Τετάρτη, 18 Αυγούστου 2010

On the Church - Περί Εκκλησίας

By Protopresbyter

fr. John Romanides( † )

Source: Taken from the studentsaudiotaped notes on Dogmatics, recorded during the lessons delivered by professor fr. John Romanides, Thessaloniki, 1972.

The Church is the body of Christ, which is comprised of all those faithful in Christ; of those who participate in the first resurrection and who bear the betrothal of the Spirit or even those who have foretasted theosis (deification). The Church has existed even before Creation, as the kingdom and the glory that is hidden within God and in which God resides, along with His Logos and His Spirit. By a volition of God, the aeons were created, as were the celestial powers and the incorporeal spirits or angels therein, and thereafter, Time and the world within it, in which Man was also created, who unites within himself the noetic energy of the angels with the logos-reason and the human body.

The Church is both invisible and visible; in other words, She is comprised of those who are enlisted (in active duty) on earth and those who are in the heavens, that is, those who have triumphed in the glory of God.

Among the Protestants there prevails the opinion that the Church is invisible only - whereas the sacraments of Baptism and the Divine Eucharist are merely symbolic acts - and that only God knows who the true members of the Church are. The Orthodox Church, on the other hand, also stresses the visible aspect of the Church. Outside the Church, there is no salvation.

The Church, as the body of Christ, is the residence of God’s uncreated glory. It is impossible for us to separate Christ from the Church, as it is to separate the Church from Christ. In Papism and Protestantism there is a clear distinction between the body of Christ and the Church; that is, one can participate in the body of Christ, without being a member of the Papist church. This is impossible for Orthodoxy.

According to the Calvinists, after His Ascension, Christ resides in heaven and consequently, the transformation of bread and wine into actual Body and Blood of Christ is impossible…. A complete absence of Christ…. Approximately the same thing is highlighted in the Papist church, because, Christ is regarded as absent, and through the minister’s prayer, He descends from the heavens and becomes present. This implies that Christ is absent from the Church. Members of the Church are –as mentioned previously- those who have received the betrothal of the Spirit and the deified ones.

When the ancient Church referred to the body of Christ as the Church, and Christ as the Head of the Church, they of course did not mean that Christ was spread out bodily all over the world and that He –for example- had His Head in Rome, the one hand in the East and the other in the West, but that the whole of Christ exists in every individual church with all its members, i.e., the Saints and the faithful of the Universe. In this way, according to the teaching of the Fathers, when we perform the Divine Eucharist, not only is Christ present, but all His Saints and the Christians of the Universe are present, in Christ. When we receive a tiny morsel of the Holy Bread, we receive all of Christ inside us. When Christians gather together for the same reason, the whole Church is gathering together, and not just a fraction of it. This is the reason that it has become predominant in Patristic Tradition to refer to the temple of a monastery as the “Katholikon”. The destination of all the faithful is theosis (deification). This is everyone’s ultimate objective. This is why a Christian must proceed “from glory to glory”; in other words, the slave must first become a salaried worker, then a son of God and a faithful member of Christ. There cannot be salvation outside the Church. Christ offers redemptive grace to all people. When one is saved outside the visible Church, it means that Christ Himself has saved him. If he is a heterodox member then he is saved because it was Christ who saved him, and not the religious “offshoot” that he belongs to. His salvation therefore is not effected by the ‘church’ he belongs to, because One is the Church that saves - and that is Christ.

Wherever the Orthodox dogma does not exist, the Church is in no position to opine on the authority of the sacraments. According to the Fathers, the Orthodox Dogma never separates itself from spirituality. Wherever there is an erroneous dogma, there is an erroneous spirituality and vice-versa. There are many who separate the dogma from piety. That is a mistake. When Christ says “become ye perfect, as the Father is…” it implies that one must be familiar with the meaning of perfection. The criterion for the authority of the sacraments for us Orthodox is the Orthodox dogma, whereas for the heterodox, it is Apostolic Succession. For the Orthodox Tradition, it is not enough to trace one’s ordination back to the Apostles, but to possess the Orthodox dogma. Piety and dogma are one identity and cannot be separated. Wherever there is upright teaching, there will be upright action. “Orthodox” means:

a) upright glory,

b) upright act.

The terrestrial, actively engaged Church is the Orthodox Church. “Orthodox dogma” and “Scriptural teaching” are one and the same thing, because the dogma exists, and it comes from within the Holy Bible.


Του Πρωτοπρεσβυτέρου

Ιωάννου Ρωμανίδου

Πηγή: Από τις πολυγραφημένες φοιτητικές σημειώσεις της Δογματικής κατά τις παραδόσεις του καθηγητού π. Ιωάν. Ρωμανίδου, Θεσ/νίκη 1972.

Η Εκκλησία είναι το σώμα του Χριστού, το οποίον αποτελείται από όλους τους εις Χριστόν πιστούς, τους μετέχοντας εις την πρώτην ανάστασιν και τους έχοντας τον αρραβώνα του Πνεύματος ή και προγεύοντας την θέωσιν. Και προ της δημιουργίας υπήρχεν η Εκκλησία η άκτιστος, ως κεκρυμμένη εν τω Θεώ βασιλεία και δόξα εν ή κατοικεί ο Θεός μετά του Λόγου και του Πνεύματος Αυτού. Δια βουλεύματος του Θεού εκτίσθησαν οι αιώνες και αι εν αυτοίς ουράνιαι δυνάμεις και οι ασώματοι νόες ή άγγελοι και εν συνεχεία ο χρόνος και ο εν αυτώ κόσμος εν ώ εδημιουργήθη και ο άνθρωπος συνδέων εν εαυτώ την νοεράν ενέργειαν των αγγέλων μετά του λόγου και του ανθρωπίνου σώματος.

Η Εκκλησία είναι αόρατος και ορατή, ήτοι αποτελείται από τους επί γης στρατευόμενους και από τους εν ουρανοίς, δηλ. την δόξαν του Θεού θριαμβεύσαντας.

Εις τους διαμαρτυρόμενους επικρατεί η γνώμη ότι η Εκκλησία είναι μόνον αόρατος, τα δε μυστήρια του βαπτίσματος και της θείας ευχαριστίας είναι μόνον συμβολικαί πράξεις και ότι μόνον ο Θεός γνωρίζει τα πραγματικά μέλη αυτής. Εν αντιθέσει, η Ορθόδοξος Εκκλησία τονίζει και το ορατόν της Εκκλησίας. Εκτός της Εκκλησίας δεν υπάρχει σωτηρία.

Η Εκκλησία ως σώμα Χριστού είναι το κατοικητήριον της ακτίστου δόξης του Θεού. Τον Χριστόν δεν δυνάμεθα να τον ξεχωρίσωμεν από την Εκκλησίαν αλλά ούτε και την Εκκλησίαν από τον Χριστόν. Εις τον Παπισμόν και Προτεσταντισμόν γίνεται σαφής διάκρισις μεταξύ σώματος του Χριστού και της Εκκλησίας. Δύναται δηλ. κανείς να μετέχη του σώματος του Χριστού χωρίς να είναι μέλος της Παπικής εκκλησίας. Τούτο δια την Ορθόδοξον είναι αδύνατον.

Κατά τους Καλβινιστάς ο Χριστός μετά την ανάληψιν κατοικεί εις τον ουρανόν και επομένως είναι αδύνατος η μετατροπή του άρτου και του οίνου εις πραγματικόν σώμα και αίμα του Χριστού. Παντελής απουσία του Χριστού. Το ίδιο περίπου τονίζεται και εις την Παπικήν εκκλησίαν, διότι δια της ευχής του ιερέως, ενώ ο Χριστός δεν ήτο παρών, τώρα κατέρχεται εκ των ουρανών και γίνεται παρών. Άρα ο Χριστός απουσιάζει από την Εκκλησίαν. Μέλη της εκκλησίας ως προαναφέρθη είναι οι έχοντες τον αρραβώνα του Πνεύματος και οι τεθεωμένοι.

Εις την αρχαίαν Εκκλησίαν, όταν ομιλούσαν περί του σώματος του Χριστού και περί του Χριστού ως κεφαλή της Εκκλησίας δεν εννοούσαν βεβαίως ότι ο Χριστός ήτο εξαπλωμένος σωματικώς εις όλον τον κόσμον και ότι π.χ. είχε την κεφαλήν εις την Ρώμην, το ένα χέρι εις την Ανατολήν και το άλλο εις την Δύσιν, αλλ' ότι ολόκληρος ο Χριστός υπάρχει εις εκάστην επί μέρους εκκλησίαν με όλα τα μέλη της ήτοι τους Αγίους και πιστούς της Οικουμένης. Τοιουτοτρόπως όταν τελώμεν την Θ. Ευχαριστίαν, κατά την διδασκαλίαν των Πατέρων, είναι, παρών όχι μόνον ο Χριστός αλλά και όλοι οι Άγιοι και οι Χριστιανοί απάσης της Οικουμένης, είναι παρόντες εν Χριστώ. Όταν δε κοινωνώμεν ένα μικρόν τεμάχιον του Αγίου Άρτου, λαμβάνομεν εντός μας ολόκληρον τον Χριστόν. Συνερχόμενοι οι Χριστιανοί επί τω αυτώ συνέρχεται ολόκληρος η Εκκλησία και ουχί μέρος αυτής. Δια τον λόγον αυτόν έχει επικρατήσει εις την Πατερικήν παράδοσιν, η εκκλησία ενός μοναστηρίου να ονομάζεται «Καθολικόν». Ο προορισμός όλων των πιστών είναι η θέωσις. Αυτή είναι και ο τελικός σκοπός όλων. Δι’ αυτό πρέπει ο Χριστιανός να βαδίζη από δόξης εις δόξαν, ήτοι ο δούλος να γίνη μισθωτός και έπειτα υιος του Θεού και μέλος πιστόν Χριστού. Εκτός της Εκκλησίας δεν υπάρχει σωτηρία. Ο Χριστός προσφέρει την σωστικήν χάριν εις όλους τους ανθρώπους. Όταν σώζεται κανείς εκτός της ορατής εκκλησίας, τούτο σημαίνει πως ο Χριστός ο ίδιος σώζει αυτόν.

Εάν αυτός είναι μέλος ετερόδοξον, τότε σώζεται αυτός διότι τον σώζει ο Χριστός και όχι η «Παραφυάς» εις την οποίαν ανήκει. Η σωτηρία του λοιπόν δεν επιτελείται από την εκκλησίαν εις την οποίαν ανήκει, διότι Μία είναι η Εκκλησία, η οποία σώζει, δηλ. ο Χριστός.

Όπου δεν υπάρχει το Ορθόδοξον δόγμα, η Εκκλησία δεν είναι εις θέσιν να αποφανθή περί της εγκυρότητος των μυστηρίων. Κατά τους Πατέρας το Ορθόδοξον δόγμα ουδέποτε χωρίζεται από την πνευματικότητα. Όπου υπάρχει εσφαλμένο δόγμα, υπάρχει εσφαλμένη πνευματικότης και αντιθέτως. Πολλοί χωρίζουν το δόγμα από την ευσέβειαν. Τούτο είναι σφάλμα. Όταν ο Χριστός λέγη «γίνεσθε τέλειοι, όπως ο Πατήρ...» σημαίνει πως πρέπει να γνωρίζη κανείς ποία είναι η έννοια της τελειότητος. Το κριτήριον της εγκυρότητος των μυστηρίων δι' ημάς τους Ορθοδόξους είναι το Ορθόδοξον δόγμα. Ενώ δια τους ετεροδόξους η Αποστολική διαδοχή. Δια την Ορθόδοξον παράδοσιν δεν αρκεί να ανάγωμεν την χειροτονίαν εις τους Αποστόλους, αλλά να έχωμεν το Ορθόδοξον Δόγμα. Ευσέβεια και δόγμα είναι μία ταυτότης και δεν χωρίζεται. Όπου υπάρχει ορθή διδασκαλία υπάρχει και ορθή πράξις. Ορθόδοξος σημαίνει:

α) ορθή δόξα,

β) ορθή πράξις.

Η επί γης στρατευόμενη Εκκλησία είναι η Ορθόδοξος Εκκλησία. Ορθόδοξον δε δόγμα και διδασκαλία της Αγίας Γραφής είναι εν και το αυτό, διότι το δόγμα υπάρχει και βγαίνει μέσα από την Αγ. Γραφήν.