Τετάρτη, 18 Αυγούστου 2010

On the Church - Περί Εκκλησίας

By Protopresbyter

fr. John Romanides( † )

Source: Taken from the studentsaudiotaped notes on Dogmatics, recorded during the lessons delivered by professor fr. John Romanides, Thessaloniki, 1972.

The Church is the body of Christ, which is comprised of all those faithful in Christ; of those who participate in the first resurrection and who bear the betrothal of the Spirit or even those who have foretasted theosis (deification). The Church has existed even before Creation, as the kingdom and the glory that is hidden within God and in which God resides, along with His Logos and His Spirit. By a volition of God, the aeons were created, as were the celestial powers and the incorporeal spirits or angels therein, and thereafter, Time and the world within it, in which Man was also created, who unites within himself the noetic energy of the angels with the logos-reason and the human body.

The Church is both invisible and visible; in other words, She is comprised of those who are enlisted (in active duty) on earth and those who are in the heavens, that is, those who have triumphed in the glory of God.

Among the Protestants there prevails the opinion that the Church is invisible only - whereas the sacraments of Baptism and the Divine Eucharist are merely symbolic acts - and that only God knows who the true members of the Church are. The Orthodox Church, on the other hand, also stresses the visible aspect of the Church. Outside the Church, there is no salvation.

The Church, as the body of Christ, is the residence of God’s uncreated glory. It is impossible for us to separate Christ from the Church, as it is to separate the Church from Christ. In Papism and Protestantism there is a clear distinction between the body of Christ and the Church; that is, one can participate in the body of Christ, without being a member of the Papist church. This is impossible for Orthodoxy.

According to the Calvinists, after His Ascension, Christ resides in heaven and consequently, the transformation of bread and wine into actual Body and Blood of Christ is impossible…. A complete absence of Christ…. Approximately the same thing is highlighted in the Papist church, because, Christ is regarded as absent, and through the minister’s prayer, He descends from the heavens and becomes present. This implies that Christ is absent from the Church. Members of the Church are –as mentioned previously- those who have received the betrothal of the Spirit and the deified ones.

When the ancient Church referred to the body of Christ as the Church, and Christ as the Head of the Church, they of course did not mean that Christ was spread out bodily all over the world and that He –for example- had His Head in Rome, the one hand in the East and the other in the West, but that the whole of Christ exists in every individual church with all its members, i.e., the Saints and the faithful of the Universe. In this way, according to the teaching of the Fathers, when we perform the Divine Eucharist, not only is Christ present, but all His Saints and the Christians of the Universe are present, in Christ. When we receive a tiny morsel of the Holy Bread, we receive all of Christ inside us. When Christians gather together for the same reason, the whole Church is gathering together, and not just a fraction of it. This is the reason that it has become predominant in Patristic Tradition to refer to the temple of a monastery as the “Katholikon”. The destination of all the faithful is theosis (deification). This is everyone’s ultimate objective. This is why a Christian must proceed “from glory to glory”; in other words, the slave must first become a salaried worker, then a son of God and a faithful member of Christ. There cannot be salvation outside the Church. Christ offers redemptive grace to all people. When one is saved outside the visible Church, it means that Christ Himself has saved him. If he is a heterodox member then he is saved because it was Christ who saved him, and not the religious “offshoot” that he belongs to. His salvation therefore is not effected by the ‘church’ he belongs to, because One is the Church that saves - and that is Christ.

Wherever the Orthodox dogma does not exist, the Church is in no position to opine on the authority of the sacraments. According to the Fathers, the Orthodox Dogma never separates itself from spirituality. Wherever there is an erroneous dogma, there is an erroneous spirituality and vice-versa. There are many who separate the dogma from piety. That is a mistake. When Christ says “become ye perfect, as the Father is…” it implies that one must be familiar with the meaning of perfection. The criterion for the authority of the sacraments for us Orthodox is the Orthodox dogma, whereas for the heterodox, it is Apostolic Succession. For the Orthodox Tradition, it is not enough to trace one’s ordination back to the Apostles, but to possess the Orthodox dogma. Piety and dogma are one identity and cannot be separated. Wherever there is upright teaching, there will be upright action. “Orthodox” means:

a) upright glory,

b) upright act.

The terrestrial, actively engaged Church is the Orthodox Church. “Orthodox dogma” and “Scriptural teaching” are one and the same thing, because the dogma exists, and it comes from within the Holy Bible.


Του Πρωτοπρεσβυτέρου

Ιωάννου Ρωμανίδου

Πηγή: Από τις πολυγραφημένες φοιτητικές σημειώσεις της Δογματικής κατά τις παραδόσεις του καθηγητού π. Ιωάν. Ρωμανίδου, Θεσ/νίκη 1972.

Η Εκκλησία είναι το σώμα του Χριστού, το οποίον αποτελείται από όλους τους εις Χριστόν πιστούς, τους μετέχοντας εις την πρώτην ανάστασιν και τους έχοντας τον αρραβώνα του Πνεύματος ή και προγεύοντας την θέωσιν. Και προ της δημιουργίας υπήρχεν η Εκκλησία η άκτιστος, ως κεκρυμμένη εν τω Θεώ βασιλεία και δόξα εν ή κατοικεί ο Θεός μετά του Λόγου και του Πνεύματος Αυτού. Δια βουλεύματος του Θεού εκτίσθησαν οι αιώνες και αι εν αυτοίς ουράνιαι δυνάμεις και οι ασώματοι νόες ή άγγελοι και εν συνεχεία ο χρόνος και ο εν αυτώ κόσμος εν ώ εδημιουργήθη και ο άνθρωπος συνδέων εν εαυτώ την νοεράν ενέργειαν των αγγέλων μετά του λόγου και του ανθρωπίνου σώματος.

Η Εκκλησία είναι αόρατος και ορατή, ήτοι αποτελείται από τους επί γης στρατευόμενους και από τους εν ουρανοίς, δηλ. την δόξαν του Θεού θριαμβεύσαντας.

Εις τους διαμαρτυρόμενους επικρατεί η γνώμη ότι η Εκκλησία είναι μόνον αόρατος, τα δε μυστήρια του βαπτίσματος και της θείας ευχαριστίας είναι μόνον συμβολικαί πράξεις και ότι μόνον ο Θεός γνωρίζει τα πραγματικά μέλη αυτής. Εν αντιθέσει, η Ορθόδοξος Εκκλησία τονίζει και το ορατόν της Εκκλησίας. Εκτός της Εκκλησίας δεν υπάρχει σωτηρία.

Η Εκκλησία ως σώμα Χριστού είναι το κατοικητήριον της ακτίστου δόξης του Θεού. Τον Χριστόν δεν δυνάμεθα να τον ξεχωρίσωμεν από την Εκκλησίαν αλλά ούτε και την Εκκλησίαν από τον Χριστόν. Εις τον Παπισμόν και Προτεσταντισμόν γίνεται σαφής διάκρισις μεταξύ σώματος του Χριστού και της Εκκλησίας. Δύναται δηλ. κανείς να μετέχη του σώματος του Χριστού χωρίς να είναι μέλος της Παπικής εκκλησίας. Τούτο δια την Ορθόδοξον είναι αδύνατον.

Κατά τους Καλβινιστάς ο Χριστός μετά την ανάληψιν κατοικεί εις τον ουρανόν και επομένως είναι αδύνατος η μετατροπή του άρτου και του οίνου εις πραγματικόν σώμα και αίμα του Χριστού. Παντελής απουσία του Χριστού. Το ίδιο περίπου τονίζεται και εις την Παπικήν εκκλησίαν, διότι δια της ευχής του ιερέως, ενώ ο Χριστός δεν ήτο παρών, τώρα κατέρχεται εκ των ουρανών και γίνεται παρών. Άρα ο Χριστός απουσιάζει από την Εκκλησίαν. Μέλη της εκκλησίας ως προαναφέρθη είναι οι έχοντες τον αρραβώνα του Πνεύματος και οι τεθεωμένοι.

Εις την αρχαίαν Εκκλησίαν, όταν ομιλούσαν περί του σώματος του Χριστού και περί του Χριστού ως κεφαλή της Εκκλησίας δεν εννοούσαν βεβαίως ότι ο Χριστός ήτο εξαπλωμένος σωματικώς εις όλον τον κόσμον και ότι π.χ. είχε την κεφαλήν εις την Ρώμην, το ένα χέρι εις την Ανατολήν και το άλλο εις την Δύσιν, αλλ' ότι ολόκληρος ο Χριστός υπάρχει εις εκάστην επί μέρους εκκλησίαν με όλα τα μέλη της ήτοι τους Αγίους και πιστούς της Οικουμένης. Τοιουτοτρόπως όταν τελώμεν την Θ. Ευχαριστίαν, κατά την διδασκαλίαν των Πατέρων, είναι, παρών όχι μόνον ο Χριστός αλλά και όλοι οι Άγιοι και οι Χριστιανοί απάσης της Οικουμένης, είναι παρόντες εν Χριστώ. Όταν δε κοινωνώμεν ένα μικρόν τεμάχιον του Αγίου Άρτου, λαμβάνομεν εντός μας ολόκληρον τον Χριστόν. Συνερχόμενοι οι Χριστιανοί επί τω αυτώ συνέρχεται ολόκληρος η Εκκλησία και ουχί μέρος αυτής. Δια τον λόγον αυτόν έχει επικρατήσει εις την Πατερικήν παράδοσιν, η εκκλησία ενός μοναστηρίου να ονομάζεται «Καθολικόν». Ο προορισμός όλων των πιστών είναι η θέωσις. Αυτή είναι και ο τελικός σκοπός όλων. Δι’ αυτό πρέπει ο Χριστιανός να βαδίζη από δόξης εις δόξαν, ήτοι ο δούλος να γίνη μισθωτός και έπειτα υιος του Θεού και μέλος πιστόν Χριστού. Εκτός της Εκκλησίας δεν υπάρχει σωτηρία. Ο Χριστός προσφέρει την σωστικήν χάριν εις όλους τους ανθρώπους. Όταν σώζεται κανείς εκτός της ορατής εκκλησίας, τούτο σημαίνει πως ο Χριστός ο ίδιος σώζει αυτόν.

Εάν αυτός είναι μέλος ετερόδοξον, τότε σώζεται αυτός διότι τον σώζει ο Χριστός και όχι η «Παραφυάς» εις την οποίαν ανήκει. Η σωτηρία του λοιπόν δεν επιτελείται από την εκκλησίαν εις την οποίαν ανήκει, διότι Μία είναι η Εκκλησία, η οποία σώζει, δηλ. ο Χριστός.

Όπου δεν υπάρχει το Ορθόδοξον δόγμα, η Εκκλησία δεν είναι εις θέσιν να αποφανθή περί της εγκυρότητος των μυστηρίων. Κατά τους Πατέρας το Ορθόδοξον δόγμα ουδέποτε χωρίζεται από την πνευματικότητα. Όπου υπάρχει εσφαλμένο δόγμα, υπάρχει εσφαλμένη πνευματικότης και αντιθέτως. Πολλοί χωρίζουν το δόγμα από την ευσέβειαν. Τούτο είναι σφάλμα. Όταν ο Χριστός λέγη «γίνεσθε τέλειοι, όπως ο Πατήρ...» σημαίνει πως πρέπει να γνωρίζη κανείς ποία είναι η έννοια της τελειότητος. Το κριτήριον της εγκυρότητος των μυστηρίων δι' ημάς τους Ορθοδόξους είναι το Ορθόδοξον δόγμα. Ενώ δια τους ετεροδόξους η Αποστολική διαδοχή. Δια την Ορθόδοξον παράδοσιν δεν αρκεί να ανάγωμεν την χειροτονίαν εις τους Αποστόλους, αλλά να έχωμεν το Ορθόδοξον Δόγμα. Ευσέβεια και δόγμα είναι μία ταυτότης και δεν χωρίζεται. Όπου υπάρχει ορθή διδασκαλία υπάρχει και ορθή πράξις. Ορθόδοξος σημαίνει:

α) ορθή δόξα,

β) ορθή πράξις.

Η επί γης στρατευόμενη Εκκλησία είναι η Ορθόδοξος Εκκλησία. Ορθόδοξον δε δόγμα και διδασκαλία της Αγίας Γραφής είναι εν και το αυτό, διότι το δόγμα υπάρχει και βγαίνει μέσα από την Αγ. Γραφήν.


Δευτέρα, 12 Απριλίου 2010

Οι τρεις επισκέψεις της Μαρίας της Μαγδαληνής στον Τάφο του Κυρίου - The Three Visits of Mary Magdalene to the Tomb of Christ

Αντωνίου Κραποβίτσκυ (1863-1936),

Μητροπολίτου Κιέβου:

Έχουμε διαβάσει ποικίλες συζητήσεις σχετικά με την φαινομενική έλλειψη συμφωνίας ανάμεσα στις Ευαγγελικές διηγήσεις της Αναστάσεως του Χριστού. Έχουν γίνει πολλές απόπειρες για να αποδειχθεί μια συμφωνία ανάμεσα στους Ευαγγελιστές σε αυτό το θέμα, αλλά δεν είναι όλες αρκετά επιτυχείς. Θα ήθελα να προσφέρω μια προσεκτική εξέταση αυτού του θέματος και θα αρχίσω αναφέροντας τα πιο φανερά σημεία που δείχνουν έλλειψη συμφωνίας.

Στο Ευαγγέλιο του Ματθαίου διαβάζουμε ότι κατά τον χαιρετισμό από τον Αναστημένο Κύριο με την λέξη «Χαίρετε» η Μαρία η Μαγδαληνή και η άλλη Μαρία αμέσως «εκράτησαν αυτού τους πόδας» (Μτ, κη, 9). Όμως αλλού (Ιω, κ, 11-17) διαβάζουμε ότι όταν η Μαρία η Μαγδαληνή θρηνούσε στον άδειο τάφο και δεν αναγνώρισε τον Χριστό, αλλά νόμισε ότι ήταν ο κηπουρός, δεν της επετράπη να τον αγγίξει. Αυτές οι διηγήσεις δεν φαίνεται να συμφωνούν μεταξύ τους και προσπάθειες από αναγνώστες να τις συμβιβάσουν παράγουν βεβιασμένες ερμηνείες και μη πειστικές επινοήσεις.

Τα τέσσερα Ευαγγέλια δεν αναφέρουν την εμφάνιση του Κυρίου στις Μυροφόρες Γυναίκες με ένα ταυτόσημο τρόπο. Αυτό που περισσότερο μπερδεύει τους ερμηνευτές είναι η έλλειψη συμφωνίας ανάμεσα στις αφηγήσεις που δίνονται από τον Ματθαίο και τον Ιωάννη. Είναι προφανές ότι ο Κύριος εμφανίσθηκε στην Μαρία την Μαγδαληνή δυό φορές: μια φορά μόνο σε αυτήν και την άλλη φορά μαζί και στην άλλη Μαρία, αλλά η σχέση αυτών των δύο εμφανίσεων μπερδεύει τους ερμηνευτές.

Η άποψή μας με την οποία προτιθέμεθα να λύσουμε αυτή την απορία μπορεί να εκφραστεί ως εξής: ο Ευαγγελιστής Ματθαίος αναφέρει την πορεία που έκαναν οι δύο Μαρίες στον τάφο του Κυρίου ενώ ήδη ήξεραν ότι ο Χριστός είχε αναστηθεί εκ νεκρών. Αυτό που περιγράφει ο Ματθαίος συνέβη μετά την εμφάνιση που περιγράφει ο Ιωάννης όταν η Μαρία η Μαγδαληνή εξέλαβε τον Χριστό σαν τον κηπουρό. Πληροφόρησε τους Αποστόλους ότι είδε τον Κύριο και της μίλησε, μετά πληροφόρησε την άλλη Μαρία και οι δυό μαζί πήγαν στον τάφο. Αυτή την φορά δεν πήγαν για να αλείψουν το σώμα, επειδή ήξεραν ότι είχε αναστηθεί, αλλά πήγαν «για να δουν τον τάφο» ξέροντας ότι είναι άδειος και ξέροντας επίσης ότι τα οθόνια μέσα στα οποία είχε θαφτεί ήταν ακόμα εκεί. Δεν ήταν μόνο αυτές και οι δύο απόστολοι που βιαστικά πήγαν στο μνημείο για να επαληθεύσουν αυτό που η Μαρία η Μαγδαληνή είχε δει, αλλά αργότερα και άλλες μυροφόρες και άλλοι επίσης πήγαν (Λκ, κδ, 9, 24). Ο Ευαγγελιστής Ματθαίος μας πληροφορεί ότι οι δύο Μαρίες αξιώθηκαν μια δεύτερη εμφάνιση Αγγέλου και μετά του ίδιου του Κυρίου.

Ποία άλλη απόδειξη έχουμε εκτός από τα λόγια του Ματθαίου ότι αυτές πήγαν «για να δουν τον τάφο» για το ότι τα γεγονότα στο κατά Ματθαίον έγιναν μετά από αυτά που περιγράφονται στο κατά Ιωάννην; Η δεύτερη απόδειξη είναι ότι ο Ιωάννης περιγράφει ότι τα γεγονότα έγιναν «ενώ ήταν ακόμη σκοτάδι» ενώ ο Ματθαίος καθαρά μιλάει ότι έγιναν «την αυγή της πρώτης μέρας της εβδομάδας».

Το τρίτο σημείο που απαιτεί την προσοχή μας είναι η αντίδραση των μυροφόρων στα λόγια του Αγγέλου και του ίδιου του Χριστού. Στο κατά Ιωάννην η Μαρία παρουσιάζεται τόσο ανέτοιμη για το γεγονός της Αναστάσεως που δεν μπορεί να το αφομοιώσει και εκλαμβάνει τον Χριστό σαν τον κηπουρό, στο κατά Μάρκον τα λόγια του Αγγέλου έφεραν στις Μυροφόρες τόσο φόβο ώστε «δεν είπαν σε κανέναν τίποτα, επειδή εφοβούντο». Ο Λουκάς γράφει ότι «κατελήφθηκαν από φόβο και έκλιναν τα πρόσωπα στην γη».

Η αφήγηση του Ματθαίου από την άλλη πλευρά παρουσιάζει τις μυροφόρες ήδη προετοιμασμένες για την συνάντηση, αν και ο άγγελος τις καθησυχάζει «Μην φοβάστε εσείς» και «Ελάτε να δείτε τον τόπο όπου έκειτο ο Κύριος». Στο κατά Μάρκον διαβάζουμε για τις άλλες μυροφόρες ότι «δεν είπαν τίποτα σε κανένα γιατί εφοβούντο». Ο Ματθαίος όμως διηγείται για τις δύο Μαρίες ότι «έτρεξαν με φόβο και χαρά μεγάλη για να αναγγείλουν στους μαθητές του» ότι είχε αναστηθεί. Και «ενώ πήγαιναν τις συνάντησε ο Ιησούς». Για την Μαρία την Μαγδαληνή αυτή ήταν η δεύτερη συνάντηση και η άλλη Μαρία που το ήξερε από την Μαγδαληνή τώρα μαθαίνει τα νέα πάλι από τον ίδιο τον Κύριο ενώ είναι ήδη προετοιμασμένη για αυτά. Από που είναι αυτό φανερό;

Η απάντηση σε αυτό είναι η τέταρτη απόδειξη ότι οι δυό γυναίκες πήγαν στον τάφο ήδη ξέροντας για την Ανάσταση. Η ίδια απάντηση θα μας εξηγήσει γιατί ο Κύριος δεν επέτρεψε στην Μαρία την Μαγδαληνή να τον αγγίξει την πρώτη φορά, αλλά λίγο μετά επέτρεψε στις δύο Μαρίες να κρατήσουν τα πόδια του.

Στο Πεντηκοστάριο στην Κυριακή των Μυροφόρων διαβάζουμε στα στιχηρά ότι η Μαγδαληνή «εστάλθη χωρίς να αγγίξει τον Κύριο». (Όπως διηγείται και ο Ιωάννης) Τι σημαίνει αυτό; Η Μαρία, η οποία νωρίτερα θρηνούσε για τον αγαπημένο διδάσκαλο όταν τον είδε στον τάφο, τώρα κατελήφθη από υπερβολική χαρά. Χωρίς να κατανοήσει την θεότητά του ή να σκεφτεί το νόημα της μυστηριώδους Αναστάσεως, ξεχνά και θέλει να τον αγκαλιάσει σαν ένα αγαπημένο της που τον θεωρούσε νεκρό και χαμένο, αλλά τώρα φανερώνεται ζωντανός. Παραδίδεται σε μια ενθουσιώδη χαρά, χωρίς βαθύτερη κατανόηση. Επιπλέον κάτι δεν έχει ακόμα εκπληρωθεί, επειδή ο Κύριος πρέπει να «ανεβεί» στον Πατέρα. Αργότερα ο Κύριος συμπεριφέρεται διαφορετικά στις δυό Μαρίες. Αυτή την φορά οι δύο γυναίκες γνωρίζουν καλά ότι ο Κύριος εμφανίζεται στους πιστούς σαν ο Νικητής του Θανάτου και του Αδη, σαν κάποιος που ανεβαίνει στον Πατέρα στο αιώνιο βασίλειο, και με κάθε εξουσία, στέλνει τους Αποστόλους του να διαδώσουν το νέο του νικηφόρου αγώνα στον κόσμο. Τώρα και οι δύο γυναίκες, όταν τον συναντούν και τον ακούν να τις απευθύνει το «χαίρετε», δεν σκέπτονται πια με κοσμικό τρόπο, αλλά τον ευλαβούνται σαν τον ζώντα Υιό του Θεού. Έτσι και αυτός δεν εμποδίζει την ευλαβή λατρεία τους όταν «κράτησαν τα πόδια του και τον προσκύνησαν» (Μτ, κη, 9).

Μέχρι τώρα είδαμε πολύ καλά την συμφωνία μεταξύ των Ευαγγελίων του Ματθαίου και του Ιωάννη, αλλά πως θα εναρμονίσουμε και την αφήγηση των άλλων δύο Ευαγγελιστών; Σε ποίο σημείο θα τοποθετήσουμε την άφιξη της Μαρίας της Μαγδαληνής στο τάφο στην ομάδα των άλλων γυναικών που αναφέρονται από τον Μάρκο και τον Λουκά;

Το κύριο σημείο της απάντησής μας είναι ότι η Μαρία η Μαγδαληνή δεν συνόδεψε τις άλλες γυναίκες στον τάφο του Κυρίου μετά αρωμάτων, αλλά ότι οι άλλες γυναίκες ήρθαν αργότερα από την Μαρία την Μαγδαληνή και ίσως αργότερα και από τις δύο Μαρίες που είδαν τον Κύριο κατά την δεύτερη εμφάνισή του, αλλά δεν ήξεραν ακόμα τίποτα για την ανάσταση. Αυτές οι γυναίκες έφτασαν εντελώς απροετοίμαστες για την αποκάλυψη του γεγονότος της αναστάσεως και δεν υπάρχει λόγος να συμπεράνουμε ότι η Μαρία Μαγδαληνή ήταν μαζί τους, στην πραγματικότητα οι ευαγγελιστές αφήνουν ανοικτή την δυνατότητα για το αντίθετο συμπέρασμα. Και οι δύο άλλοι ευαγγελιστές διαιρούν την διήγηση σε τρία γεγονότα:

1. αγορά αρωμάτων (Μάρκος) και την φύλαξή τους για χρήση αργότερα (Λουκάς)
2. άφιξη στον τάφο και συνομιλία με άγγελο (Μάρκος) ή αγγέλους (Λουκάς)
3. ανακοίνωση στους αποστόλους

Ας αρχίσουμε με το τελευταίο γεγονός. Δεν είναι απαραίτητο να συμπεράνουμε από την αφήγηση του Μάρκου ότι οι γυναίκες δεν πληροφόρησαν ποτέ τους αποστόλους για την εμφάνιση του Αγγέλου. Ο Μάρκος μόνο σημειώνει ότι αυτές δεν το έκαναν αμέσως και ότι οι Απόστολοι έμαθαν τα νέα από την Μαρία την Μαγδαληνή, στην οποία ο Κύριος «φανερώθηκε πρώτα» (Μρ, ις, 9). Βλέπετε ότι ο Μάρκος την ξεχωρίζει από την ομάδα των άλλων μυροφόρων και ακολούθως ξεχωρίζει την πληροφόρηση των Αποστόλων από την μεταφορά των αρωμάτων και των μύρων. Ο Μάρκος δεν αναφέρει την Μαγδαληνή σαν να συμμετείχε στην μεταφορά των αρωμάτων στον τάφο, αλλά μόνο για την συμμετοχή της στην αγορά τους (Μρ, ις, 1), η οποία έγινε το εσπέρας του Σαββάτου, μετά την λήξη των απαγορεύσεων του Σαββάτου, δηλαδή μετά την έκτη ώρα. Η Μαρία η Μαγδαληνή πήγε στον τάφο «ενώ ήταν ακόμα σκοτάδι» (Ιω, κ, 1) και χωρίς τα αρώματα και τα μύρα. Οι άλλες γυναίκες ήρθαν με τα μύρα «στην ανατολή του ήλιου» (Μρ, ις, 2). Ο Κύριος δεν εμφανίστηκε σε όλες αυτές αλλά μόνο στην Μαρία την Μαγδαληνή, η οποία - επομένως - δεν ήταν μαζί με τις άλλες (Μρ, ις, 9). Ο Μάρκος κατονομάζει αυτές που αγόρασαν τα αρώματα και αυτές που παρακολούθησαν την ταφή του Κυρίου, αλλά δεν επαναλαμβάνει τα ονόματα όταν αναφέρεται στην μεταφορά των αρωμάτων στον τάφο. Ο Λουκάς δεν κατονομάζει αυτές που ετοίμασαν τα αρώματα και τα μύρα, ούτε αυτές που τα έφεραν στον τάφο, αλλά υποδεικνύει ότι οι δύο ομάδες δεν ήταν ταυτόσημες («και κάποιες άλλες μαζί τους» Λκ, κδ, 1). Προφανώς κάποιες από αυτές είχαν προμηθευτεί αρώματα και μύρα ήδη από την Παρασκευή μετά τον θάνατο του Σωτήρος, αλλά παρέμειναν σε αργία το Σάββατο κατά την εντολή (Λκ, κγ, 56), ενώ άλλες αγόρασαν αρώματα μετά την καθορισμένη αργία του Σαββάτου (Μρ, ις, 1). Ο Λουκάς δεν κατονομάζει τις γυναίκες που έφεραν τα αρώματα, αλλά λέει ότι κάποιες «αφού επέστρεψαν από το μνημείο, απήγγειλαν όλα αυτά στους έντεκα και σε όλους τους άλλους. Ήταν η Μαγδαληνή Μαρία και Ιωάννα και η Μαρία η μητέρα του Ιακώβου και οι λοιπές μαζί τους, οι οποίες έλεγαν προς τους αποστόλους αυτά» (Λκ, κδ, 9-10). Στην πραγματικότητα, όπως ο Ιωάννης και ο Μάρκος μας θυμίζουν, ήταν η Μαγδαληνή Μαρία αυτή που άρχισε την εξάπλωση των χαρούμενων νέων. Εφόσον τα νέα διαδόθηκαν σε όλους του μαθητές επιπλέον των έντεκα, αυτό δεν συνέβη σε μια στιγμή. Οι γυναίκες έπρεπε να πάνε από σπίτι σε σπίτι, όχι μόνο οι δυό Μαρίες, αλλά και οι λοιπές μυροφόρες επίσης. Η μαρτυρία της Μαγδαληνής σχετίζει τα λόγια του τρίτου Ευαγγελίου (κατά Λουκάν) με το κατά Ιωάννην ότι ο Ιωάννης και ο Πέτρος έτρεξαν στον τάφο. Ο Πέτρος εισήλθε στον τάφο και είδε τα οθόνια.

Έτσι τα τέσσαρα Ευαγγέλια είναι σε τέλεια συμφωνία με αυτή την ακολουθία γεγονότων:

1) Μερικές γυναίκες αγόρασαν αρώματα και μύρα την Παρασκευή πριν το τέλος της μέρας, πριν την δύση του ηλίου (Λουκάς), ενώ άλλες όπως και η Μαρία η Μαγδαληνή αγόρασαν στο τέλος του Σαββάτου μετά την έκτη ώρα (Μάρκος).

2) Η Μαρία η Μαγδαληνή αφήνει τις λοιπές και πηγαίνει μόνη στον τάφο νύκτα πριν ξημερώσει η Κυριακή. Εκεί δεν βρίσκει το σώμα του Κυρίου (Ιωάννης).

3) Η Μαγδαληνή τρέχει και αναγγέλει στον Πέτρο και στον Ιωάννη (Λουκάς, Ιωάννης) και μετά στέκεται μόνη έξω από τον τάφο θρηνώντας, όταν ένας άγγελος εμφανίζεται σε αυτήν, και μετά ο Ιησούς, τον οποίο δεν αναγνωρίζει. Όταν τον αναγνωρίζει ορμά προς αυτόν, αλλά δεν της επιτρέπεται να τον αγγίξει.

4) Υπακούοντας την εντολή του Κυρίου, πηγαίνει και ανακοινώνει τα νέα στους αποστόλους (Ιωάννης, Μάρκος).

5) Χωρίς να γνωρίζουν την επίσκεψη της Μαγδαληνής άλλες ομάδες μυροφόρων επισκέπτονται τον τάφο αργότερα και συναντούν αγγέλους (Μάρκος, Λουκάς) και επιστρέφουν πολύ φοβισμένες στην αρχή για να το ανακοινώσουν (Μάρκος), αλλά αργότερα διαδίδουν τα νέα σε όλους (Λουκάς).

6) Η Μαρία η Μαγδαληνή και η άλλη Μαρία, γνωρίζοντας πλέον το νέο της Αναστάσεως πηγαίνουν για να δουν τον τάφο και τα οθόνια, τα οποία ο Πέτρος και ο Ιωάννης είχαν ήδη δει (Λουκάς, Ιωάννης), αλλά όχι η ίδια η Μαγδαληνή. Έρχονται στον τάφο και εισέρχονται όπως τις προτρέπει ο άγγελος (Ματθαίος).

7) Ο άγγελος παραγγέλει σε αυτές να επιβεβαιώσουν το νέο της Αναστάσεως στους μαθητές και να ανακοινώσουν την επικείμενη συνάντηση μαζί του στην Γαλιλαία.

8) Τώρα έχοντας καταλάβει πλήρως τα γεγονότα οι δύο Μαρίες σπεύδουν να αναγγείλουν στους μαθητές πάλι, αλλά συναντούν τον Κύριο και αυτή την φορά τις επιτρέπει να τον αγγίσουν κρατώντας τα πόδια του (Ματθαίος).

9) Μέχρι το τέλος της μέρας, όχι μόνο όλο το σύνολο των μαθητών, αλλά ακόμα και οι Φαρισαίοι και οι Γραμματείς έχουν ακούσει τα νέα. Οι τελευταίοι προσπαθούν να σκεπάσουν τα γεγονότα.

(μετάφραση από το αγγλικό κείμενο που βρίσκεται στο: http://www.orthodoxcanada.org/stantony/)


Blessed Metropolitan Antony Khrapovitsky

We have read various discussions about the apparent lack of accord among the Gospel narrations of Christ's Resurrection. There have been a number of attempts at demonstrating a concordance among the Evangelists in this regard, but not all have been successful.

I wish to offer some considerations on the subject, and I wish to begin by mentioning the most obvious point of seeming lack of accord.

In Matthew's Gospel, we read that upon being greeted by the risen Lord with the word "rejoice," Mary of Magdala and the other Mary immediately embraced His feet. Nevertheless, we read elsewhere [John 20:11-17] that, when Mary of Magdala was weeping at the empty tomb and did not recognize Christ, but thought that He was the caretaker of the garden. When she did finally recognize Him, she was forbidden to touch Him.

These narratives do not appear to conform with one another, and attempts of readers to reconcile them only produce strained interpretations and unconvincing contrivances.

The four Gospels do not describe the appearances of the Lord to the Myrrhbearing women in an identical manner. What most perplexes interpreters is the lack of accord between the accounts given by Matthew and John. It is evident that the Lord appeared to Mary of Magdala twice - once alone and the other time together with the other Mary - but the relationship of these two appearances perplexes interpreters.

The thesis by which we intend to resolve this question may be expressed as follows: the Evangelist Matthew speaks of the journey of the two Marys to the Lord's tomb, already knowing that Christ had risen from the dead.

What Matthew is describing took place after the appearance described by John when Mary of Magdala had gone to the tomb and mistaken Christ for the gardener. She had informed the apostles how she had seen the Lord and He had spoken to her, then she informed the other Mary, and both of them went to the tomb. They did not go at that time to anoint the body of Jesus, because they knew that He was risen, but they went "to see the tomb, " knowing it to be empty, but knowing also that the winding strips in which He had been buried were still there. It was not only them and the two apostles who rushed to the tomb to verify what Mary of Magdala had seen, but later, the other myrrhbearers and more than eleven others also went (Luke 24:9, 24). The Evangelist informs us that the two Mary's were made worthy of a second appearance of the angel and then of the Lord Himself.

What other evidence do we have, besides Matthew's words that they went "to see the tomb," that the events in that gospel took place after the events described in John's gospel? The second evidence is that John describes the events that occurred "while it was yet dark," while Matthew clearly speaks of something that happened "at dawn on the first day of the week."(1)

The third point which requires our attention is the reaction of the myrrhbearers to the angel's words, and to Christ Himself. In John's Gospel, Mary appears so unprepared for the event that she cannot assimilate it and takes Christ for a gardener; in Mark's account, the angel's words bring the myrrhbearers to such terror that they "said nothing to anyone because they were afraid." Luke writes that they were overcome with fear and prostrated themselves on the ground.

Matthew's narration, on the other hand, encounters the myrrh-bearers already prepared for the encounter, though the angel reassures them: "Do not be afraid. Go and see the place where the Lord lay." In Mark's gospel, we read of the other myrrhbearing women that they "said nothing to anyone because they were afraid." Matthew, however, relates of the two Mary's that they ran "with fear and joy to announce to His disciples" that He had risen. For Mary Magdalene, this was the second encounter, and the other Mary who knew about it from her receives the news again from the Saviour Himself, being already prepared for it. From whence is this evident?

The answer to this is over fourth proof that the two women had gone to see the tomb already knowing about the Resurrection. This answer will also tell us why the Lord did not allow Mary Magdalene to touch Him the first time, but shortly after allowed both Mary's to embrace His feet.

In the Pentecostarion, on the feast of the Myrrhbearing women, we read in the ninth stichera that Mary Magdalene, "...is sent away without touching Christ..." What does it mean? Mary, who had earlier wept over her beloved teacher, seeing Him buried, is now seized with an overwhelming joy. Without comprehending His divinity or thinking about the meaning of His mysterious resurrection, she forgets herself and wishes to embrace Him as one dear to her whom she thought to be dead and gone, but is now seen alive. She gives herself over to enthusiastic joy, without comprehension.

Moreover, something is not yet complete, for He must "ascend" to the Father. Later, the Lord behaves differently to the two Marys. This time, the two women are fully aware that the Lord is appearing to the faithful as the victor over death and hades, as one ascending to the Father in the eternal kingdom, and with all authority, sending the Apostles to preach the victorious struggle with the world. Now, both women, encountering him and hearing Him greeting, "rejoice," no longer think in a worldly manner, but reverence Him as the living Son of God. Thus, He does not prevent their reverent adoration as "embrace His feet and worship Him" (Matt 28:9).

Very well, we have seen the accord between the gospels of Matthew and John, but how will we reconcile the narrative of the other two evangelists? At what point will we place the arrival of Mary of Magdala with spices and ointments, at the tomb, in the company of the other women mentioned in Mark and Luke?

The main point of our reply is that Mary Magdalene did not accompany the other women to the Lord's tomb with the spices, but the other women came after Mary had been there, and perhaps after the two Marys had seen the Lord at His second appearance, but they did not yet know about the resurrection. These other women arrived completely unprepared for the revelation of the resurrection, and there is no need to conclude that Mary Magdalene was with them; indeed, the evangelists leave open the possibility of the opposite conclusion. Both the other evangelists divide the narrative into three events:

1. The purchase of the Myrrh and spices (Mark) and the storing of them for later use (Luke);

2. The arrival at the tomb and conversation with an angel (Mark) or angels (Luke); and

3. The announcement to the apostles.

Let us begin with this last event. It is not necessary to conclude from Mark's narration that the women did not ever inform the apostles of the appearance of the angel. Mark only notes that they could not do so immediately, and that the apostles heard the news from Mary Magdalene, to whom the Lord had "appeared first" (Mark 16:9).

You see, Mark singles her out from the group of other myrrhbearers and, consequently, separates the informing of the apostles from the bringing of the spices and myrrh. Mark does not speak of her as participating in the bringing of the spices to the tomb, but only of her participation in the purchase of them (16:1) - which took place on Saturday evening, after the end of the Sabbath restrictions, that is, after the sixth hour.

Mary Magdalene went to the tomb alone "while it was still dark," and without the spices and ointments. The other women came with the myrrh and spices "at sunrise" (16:2). The Lord did not appear to all of them but only to Mary Magdalene who, therefore, was not with the others (16:9). Mark names those who purchased the spices and ointments, and those who had watched the Lord's burial, but does not repeat the names when he speaks about the bringing of the spices to the tomb.

Luke does not name the ones who prepared the myrrh, nor the ones who brought it to the tomb, but indicates that the two groups were not identical ("together with some others" Luke 24:9). Evidently some of them had obtained myrrh and spices already on Friday after the Saviour's death, but remained at rest on the Sabbath according to the law (Luke 23:55), while others purchased ointment and spices after the end of the prescribed Sabbath rest (Mark 16:1). Luke does not name the women who brought the spices, but only says of someone, "returning from the tomb, they told all this to the eleven and to the other disciples. Now it was Mary Magdalene and Joanna and Mary the Mother of James who told this to the apostles" (Luke 24:10).

In fact, as John and Mark recall, it was Mary of Magdala who began the spreading of the good news. Since the news was spread to all the disciples in addition to the eleven,:this did not happen all at once. The women had to go from house to house -- not only the two Marys, but the other myrrh-bearers as well. The testimony of Mary relates to the words of the third gospel and the gospel of John that Peter and John ran to the tomb. Peter entered the tomb and saw the linen winding strips.

Thus, the four gospels are in perfect agreement on this succession of events:

1) Some of the women purchased spices and ointment on Friday before the end of the day (Luke), while others, including Mary Magdalene, did so at the end of the Sabbath - after the sixth hour on Saturday (Mark).

2) Mary Magdalene left the others and went to the tomb at night before the morning of Sunday. There, she does not find the body of Christ (John).

3) She runs to tell Peter and John (Luke, John), and then stands alone outside the tomb weeping, when an angel appears to her, and then Jesus, whom she does not recognise. She rushes to Him, but is not allowed to touch Him.

4) Obeying His command, she goes to announce the news to the apostles (John, Mark) and the other disciples (Luke).

5) Not knowing about all this, the other myrrh-bearers come to the tomb and encounter the angels (Mark,Luke) and return too tearful to speak at first (Mark), but later also proclaim the news to everyone (Luke).

6) Mary Magdalene and the other Mary, already aware of the resurrection, go to look at the tomb and the Lord's burial bandages, which Peter and John had seen (Luke, John), but which Mary herself had not seen for herself. Coming to the tomb, this time both Mary's enter it, as the angel advises them to (Matthew).

7) The angel now instructs them to confirm the news of the resurrection to the disciples and announce the coming of Christ's ascension.

8) Now fully comprehending the events, both Mary's hasten to find the apostles again, but meet the Saviour along the way, and this time, they are allowed to touch Him, embracing His feet (Matthew).

9) By the end of the day, not only the whole company of the disciples, but even the Pharisees and scribes have heard the news. These latter begin to attempt to cover up the facts.

It is clear that the two Marys went to the tomb together after Mary Magdalene had already been there alone, and that both already knew of the resurrection.(2)


1. [Ed. Note:] For a discussion of this verse in connection with Luke 23:54, and the term "dawn", see appendix One.

2. [Ed. Note:] In fact, in the Menaion for 22 July, Saint Nikiforos says the same. "Mary Magdalene came thrice to the tomb, twice seeing Christ. First, at night, and then telling Peter and John, with whom she returned. Then with another a third time, seeing the Lord again and hearing Him say "rejoice" (Matthew, Chapter 28)

Reprinted From http:/www.new-ostrog.org

The Holy Light in Jerusalem:
Testimonies and Evidence

Video editing by : George G.