Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2009

Εμπνευσμένες ορθόδοξες θέσεις - Inspired Orthodox Positions




*Είπεν ο Κύριος: Μετανοείτε και πιστεύετε στο Ευαγγέλιο. Αληθινή μετάνοια δεν είναι μονάχα το να θλίβεται κανείς για τα αμαρτήματα που έχει διαπράξει αλλά η πλήρης μεταστροφή της ψυχής από το σκότος προς το φως, από τα γήινα προς τα ουράνια, από το εγώ προς το Θεό.

*Τι σημαίνει η πίστη στο Ευαγγέλιο; Σημαίνει να πιστεύεις στο Χαρμόσυνο Άγγελμα που ο ουράνιος Άγγελος, ο Υιός του Θεού και Θεός έφερε στο ανθρώπινο γένος. Με άλλα λόγια είναι το να πιστεύεις στον Κύριο Ιησού Χριστό και την Αποκάλυψή Του. Η Αποκάλυψη του Χριστού είναι η μεγαλύτερη αποκάλυψη από τότε που κτίστηκε ο κόσμος. Είναι η μόνη Αποκάλυψη που μπορεί να μεταβάλει τον άνθρωπο - σκώληκα σε άνθρωπο - Θεό και υιό του Θεού.

*Μόνον Εκείνος ο εκ του ουρανού καταβάς ο υιός του ανθρώπου ο ων εν τω ουρανώ (Ιω. 3,13), μπορούσε να μαρτυρήσει στον κόσμο για το τι υπάρχει στον ουρανό, ποιος είναι ο Θεός, ποια είναι η πνευματική πραγματικότητα στον άλλο κόσμο, πως είναι ο πνευματικός κόσμος που περιβάλλει το Θεό και τι συμβαίνει στις ανθρώπινες ψυχές μετά το σωματικό θάνατο. Ό οίδαμεν λαλούμεν και ο εωράκαμεν μαρτυρούμεν (Ιω. 3,11).

*Μπορούμε να πούμε ότι η μαρτυρία Του είναι σε πνευματικό επίπεδο, πλήρως εμπειρική. Δε μαρτυρεί κατά τη γήινη λογική μήτε και κατά τα συμπεράσματα της ανθρώπινης διάνοιας, ούτε και σύμφωνα με τα σοφίσματα και φιλοσοφήματα του γήινου ανθρώπου αλλά σύμφωνα με εκείνο που είδε και άκουσε Είναι ο ουράνιος Άγγελος της ουράνιας πραγματικότητας. Και εις τούτο ελήλυθα εις τον κόσμον, ίνα μαρτυρήσω τη αληθεία (Ιω. 18, 37), την οποία κανείς από τους γηγενείς δεν θα μπορούσε να μαρτυρήσει με πιστότητα Αυτή τη μαρτυρία Του την ονομάζει ο ίδιος Χαρμόσυνο Άγγελμα.

*Ο Ουράνιος Άγγελος της Χαρμόσυνης Αγγελίας μαρτυρεί ότι, ο Θεός είναι ένας, μέσα στην τριαδική αρμονία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Ότι ο Θεός δεν είναι μονάχα Δημιουργός μα και Πατήρ, δηλαδή ο πιο αγαπητός και πλησιέστερος συγγενής όλων όσων επιθυμούν να γίνουν παιδιά Του. Ότι ο Θεός ως Πατήρ είναι καθεαυτή Αγάπη και από αγάπη προς το γένος των ανθρώπων έστειλε τον Υιόν Του τον Μονογενή για να σώσει τον κόσμο. Ότι η ψυχή του ανθρώπου έχει αξία μεγαλύτερη απ' όλο τον υλικό κόσμο και ότι υπάρχουν στρατιές αναρίθμητων Αγγέλων σε κείνο τον κόσμο οι οποίοι - πότε αοράτως και πότε φανερά, όμως αδιάλειπτα - ενεργούν για τους ανθρώπους στο δράμα του κόσμου τούτου. Ότι οι δίκαιοι, μετά θάνατον λάμπουν σαν τον ήλιο στον άλλο κόσμο και ότι ο Υιός του Θεού κατήλθε στον κόσμο με σκοπό από ανθρώπους - σκώληκες να κάνει υιούς Θεού, να τους κάμει θεούς, κατά την επιθυμία και το έλεος του Πατέρα. Και για τη δίκαιη Κρίσι του Θεού, και για την Ανάσταση των νεκρών και την αιώνιο ζωή. Και για πολλά ακόμη πράγματα, το ένα πιο χαρμόσυνο από το άλλο.

*Ο Χριστός κάλεσε τους ανθρώπους να πιστέψουν σ' αυτό το Χαρμόσυνο Άγγελμα: μετανοείτε και πιστεύετε στο Ευαγγέλιο. Αυτό σημαίνει ότι τους κάλεσε να πιστέψουν Εκείνον και σε Εκείνον, σε κάθε Του λόγο. Γιατί, για τους ανθρώπους δεν υπάρχει άλλος τρόπος να φτάσουν στην επίγνωση της αληθείας για τα σημαντικότερα ερωτήματα της ζωής και του όντος από το να δεχτούν να πιστέψουν τα λόγια Εκείνου που είναι αυτόπτης μάρτυρας των ουρανίων και πνευματικών αληθειών. Η θα πιστέψουν στο Χριστό η θα συνεχίσουν να περιφέρονται στο σκοτεινό και τρικυμιώδη ωκεανό της ζωής, μαντεύοντας και υποθέτοντας για γη την άκρη του πελάγου. Τρίτη λύση δεν υπάρχει στην ιστορία της ανθρώπινης μυρμηγκοφωλιάς μέχρι σήμερα.

*Από αυτά γίνετε φανερό ότι η χριστιανική πίστη δεν μοιάζει διόλου στις άλλες πίστεις και θεωρίες του κόσμου. Γιατί οι άλλες πίστεις είναι εξ ανθρώπων, εκ της γης και από την γη, από ανθρώπους που έκαναν λόγο για τον πνευματικό κόσμο, είτε κατά τη φυσική τους διάνοια είτε κατά την απάτη των πονηρών πνευμάτων. Κανείς από τους ιδρυτές των άλλων θρησκειών δεν είπε για τον εαυτό του ότι κατέβηκε από τον ουρανό ούτε ότι έχει σταλεί από τον Πατέρα, ούτε πάλι ότι μαρτυρεί περί του ουρανού εκείνο που είδε και άκουσε αλλά ούτε και ότι θα επιστρέψει πάλι στον ουρανό. Γι' αυτό, δεν μπορεί να γίνει λόγος για εξίσωση η εξομοίωση μεταξύ της μαρτυρίας του Χριστού και των άλλων θρησκειών και ομολογιών στον υπόλοιπο κόσμο.

*Μη ρωτήσεις τον Χριστιανό αν πιστεύει στο Θεό μα αν πιστεύει στο Ευαγγέλιο, στο Χαρμόσυνο Άγγελμα του Χριστού. Γιατί, αν πει ότι πιστεύει στο Θεό έτσι κατά τη λογική του και όχι κατά το Ευαγγέλιο, τότε είναι οπισθοδρομικός και παγανιστής αφού έφτασε μέχρι την πίστη όπως και οι άνθρωποι πριν από δύο χιλιάδες χρόνια, όπως για παράδειγμα κάποιοι φιλόσοφοι της Ελλάδας και της Ασίας. Τότε για ποιο λόγο κατέβηκε ο Χριστός από τον ουρανό; Για ποιο λόγο σφράγισε με το Αίμα Του την εν τω κόσμω αποκάλυψή Του, το Χαρμόσυνό Του Άγγελμα; Ένας τέτοιος Χριστιανός, έχει στ' αλήθεια δεχθεί στο κεφάλι του το πανάχραντο Αίμα του Υιού του Θεού όπως και εκείνοι που έκραζαν: σταύρωσον, σταύρωσον αυτόν!

*Η Ορθόδοξος Εκκλησία, η μόνη Εκκλησία του Χριστού στον κόσμο, διατήρησε απ' αρχής την πίστη στο Ευαγγέλιο, μη βλέποντας δεξιά κι' αριστερά, δίχως να στηριχτεί σε άλλες πίστεις μήτε στις παγανιστικές φιλοσοφίες μήτε και στις φυσικές επιστήμες. Γιατί όταν κανείς ακολουθεί διορατικό και οξυδερκή οδηγό, είναι ανώφελο και αστείο να ρωτά τους στραβούς και τους τυφλούς για το δρόμο που θα πάρει.

*Ενώ ο Χριστός λέει: χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν (Ιω. 15, 5), ο αιρετικός κόσμος με χίλιους τρόπους εκφράζει την ακόλουθη σκέψη: Χωρίς το Χριστό μπορούμε να κάνουμε τα πάντα. Όλος ο σύγχρονος πολιτισμός είναι στραμμένος εναντίον του Χριστού. Όλες οι μοντέρνες επιστήμες συναγωνίζονται ποια θα καταφέρει το ισχυρότερο χτύπημα στη διδαχή του Χριστού. Είναι η επανάσταση των χυδαίων υπηρετριών εναντίων της κυρίας τους, είναι επανάσταση της κοσμικής επιστήμης εναντίον της ουράνιας επιστήμης του Χριστού. Όμως, όλη αυτή η επανάσταση καταλήγει στις μέρες μας σε αυτό που είναι γραμμένο, με τόση μάλιστα σαφήνεια: φάσκοντες είναι σοφοί, εμωράνθησαν (Ρμ. 1, 22).

*Στ' αλήθεια δεν ξέρει κανείς που βρίσκεται η μεγαλύτερη παραφροσύνη του σύγχρονου κόσμου που έχει εκπέσει από το Χριστό: στην προσωπική ζωή του καθενός η στο γάμο; στο σχολείο η στην πολιτική; στις οικονομικές δομές η στις νομικές διατάξεις; στον πόλεμο η στην ειρήνη; Παντού βλέπει κανείς αυτό που ονομάζουμε χυδαίο και βάρβαρο. Εκεί που ο Χριστός είναι περισσότερο απών, εκεί περισσεύει το χυδαίο και το βάρβαρο. Το ψεύδος και η βία θριαμβεύουν.

*Όπως κάποτε οι άπιστοι Εβραίοι καταπατούσαν τις εντολές του Θεού την μια μετά την άλλη και πορευόταν κατά τις επιθυμίες του κόσμου και των καρδιών τους, το ίδιο έπραξαν τώρα και τούτοι με τη διδαχή του Χριστού, του κυρίαρχου όλων των διδαχών. Υπονόμευσαν και κατήργησαν το ένα δόγμα μετά το άλλο, εξαφάνισαν όλες τις ευαγγελικές εντολές, απέρριψαν τις αποστολικές και πατερικές διατάξεις, εξευτέλισαν όλους τους λόγους των Αγίων και τα ασκητικά παραδείγματα τα κατέστησαν μύθους.

*Το ισχυρότερο πλήγμα που κατάφεραν στο Ευαγγέλιο οι αιρετικοί θεολόγοι είναι το ότι αμφισβήτησαν τη θεότητα του Μεσσία του κόσμου, κάποιοι μονάχα αμφιβάλλοντας ενώ κάποιοι άλλοι απορρίπτοντάς την ολοκληρωτικά. Ακολούθησε ολόκληρη σειρά άρνησης των πνευματικών αληθειών όπως η ύπαρξη των Αγγέλων και των Δαιμόνων, του Παραδείσου και της Κολάσεως, της αιωνίου δόξης των Αγίων και των Δικαίων, της νηστείας, της δυνάμεως του Σταυρού και της αξίας της προσευχής κ.ο.κ.

*Με μια λέξη, οι αιρετικοί θεολόγοι ασχολήθηκαν με τις προσαρμογές και εξομοιώσεις ακόμα από το σχίσμα της Δύσης από τη Ανατολή, μα πιο εντατικά τα τελευταία 150 έτη. Προσάρμοσαν τον ουρανό στη γη, το Χριστό στους άλλους «ιδρυτές θρησκειών» και το Χαρμόσυνο Άγγελμα στις άλλες θρησκείες: την ισραηλιτική, την μωαμεθανική και την παγανιστική. Όλα δήθεν στο όνομα της «ανεκτικότητας» και «προς όφελος της ειρήνης» μεταξύ ανθρώπων και λαών. Όμως, ακριβώς εδώ βρίσκεται η αρχή και η σύλληψη πολέμων και επαναστάσεων πρωτάκουστων στην ιστορία του κόσμου. Γιατί η αλήθεια με τίποτε δεν ανέχεται να ενωθεί με την ημιαλήθεια και το ψεύδος.

*Η θεοσοφική άποψη ότι η αλήθεια βρίσκεται διασκορπισμένη σε όλες τις θρησκείες, φιλοσοφίες και μυστήρια, υπερίσχυε και στους αιρετικούς θεολόγους του δυτικού κόσμου. Έτσι, λένε, θα πρέπει και στο Χριστιανισμό να υπάρχει κάποια δόση αλήθειας όπως και στο Ισλάμ, και στον Ινδουϊσμό η στον Βραχμανισμό, στον Πλάτωνα και στον Αριστοτέλη, στην Ζεντ - Αβέστα, στις Τάντρες και Μάντρες του Θιβέτ. Αν ήταν έτσι, τότε η κιβωτός της ανθρωπότητας θα έπλεε δίχως ελπίδα μέσα στο σκοτεινό ωκεανό της ζωής, χωρίς πυξίδα και καπετάνιο.

*Τότε γιατί ο Χριστός, είπε τούτο τον παράξενο λόγο: Εγώ ειμί η αλήθεια (Ιω. 14, 6); Δεν είπε, εγώ είμαι μέρος της αλήθειας αλλά και η αλήθεια. Και ακόμα: Εγώ ειμί το φως του κόσμου (Ιω. 8, 12). Λοιπόν, Εκείνος είναι ολόκληρη η αλήθεια και ολόκληρο το φως. Επιπλέον, κατά τον λόγο Του, Εκείνος είναι ο μόνος οδοδείκτης προς την αιώνιο ζωή και ο μόνος ο οποίος γνωρίζει τον Θεό. Είπε στους Εβραίους:και ουκ εγνώκατε αυτόν, εγώ δε οίδα αυτόν, εάν είπω ότι ουκ οίδα αυτόν, έσομαι όμοιος υμών ψεύστης (Ιω. 8, 55). Μήπως ο Χριστός εξαπατήθηκε; Η μήπως εξαπάτησε εμάς;

*Ας μας συγχωρήσει ο Κύριος που θέτουμε τέτοια ερωτήματα. Δεν τα θέτουμε εμείς , οι αιρετικοί τα έθεσαν από πολύ παλιά και συνεχώς δίνουν απαντήσεις, τη μια έτσι και την άλλη αλλιώς. Τη μια σαν τους Εβραίους, ότι ο Χριστός ήταν πλάνος και την άλλη σαν τους θεοσοφιστές, ότι ήταν πλανεμένος. Για μας τέτοιο ζήτημα δεν υφίσταται.

*Οι Ορθόδοξοι πιστεύουν και ομολογούν ότι Ιησούς Χριστός είναι ο ένας και μοναδικός Μεσσίας, Σωτήρας του κόσμου, Αυτός που εξαγόρασε το ανθρώπινο γένος από την αμαρτία και το αναγέννησε, Ο Υιός του Θεού που σαρκώθηκε από την Παρθένο Μαρία και το Άγιο Πνεύμα, Θεός εκ Θεού, το πλήρωμα της αληθείας, η πηγή της ζωής, ο νικητής του θανάτου, ο αίτιος της αναστάσεως, η μόνη αληθινή οδός προς τον ορθό σκοπό, ο κριτής ζώντων και νεκρών.

*Υπάρχει κάτι, το οποίο παρέμεινε ανεξήγητο μέχρι τώρα και αποτελεί τη βασικά διαφορά ανάμεσα στη δική μας Ανατολική Εκκλησία και τις αιρετικές εκκλησίες της Δύσης. Πριν προχωρήσουμε όμως, στην ερμηνεία του, θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι η νέα περίοδος για τους αιρετικούς της Δύσης δεν αρχίζει με τη Μεταρρύθμιση ούτε με την Γαλλική Επανάσταση αλλά από τον 10ο ακόμη αιώνα όταν η χριστιανική Δύση εξέπεσε από τη χριστιανική Ανατολή. Από τότε, αρχίζουν στον δυτικό Χριστιανισμό, οι προσαρμογές και οι εξομοιώσεις. Αυτό αποτελεί και την ουσία της νέας αυτής περιόδου γι' αυτούς, της συγχρόνου εποχής του μοντερνισμού για την οποία μάλιστα καυχώνται. Για την Ανατολική Εκκλησία, από τότε που εμφανίστηκε ο Χριστός στον κόσμο δεν υπάρχει παλαιά και νέα εποχή αλλά όλα είναι εξίσου ίδια και αληθινά, ανεξάρτητα από καιρούς, από καταστάσεις και υποτέλειες.

*Η Δογματική είναι πρακτική επιστήμη. Αυτό είναι κάτι το οποίο οι αιρετικοί θεολόγοι είτε δεν γνώριζαν είτε λησμόνησαν. Η Δογματική ήταν εξ αρχής μια πρακτική επιστήμη, πράγμα που εγνώριζαν οι Απόστολοι, οι Άγιοι και οι ασκητές της Ανατολικής Εκκλησίας και γι' αυτό αγωνιζόταν ώστε κάθε δόγμα να το πραγματώσουν επάνω τους, στη ζωή τους.

*Το Δόγμα της Αγίας Τριάδος για παράδειγμα, περί του ενός Τριαδικού Θεού, φαινόταν σε πολλούς λαϊκούς, ακόμη και θεολόγους των αιρετικών ως το πιο αφηρημένο απ' όλα τα Δόγματα. Όμως, στο Μηναίο της Ορθόδοξης Εκκλησίας γίνεται λόγος για πολλούς Αγίους οι οποίοι διά της ασκήσεως μετέβαλαν τον εαυτό τους σε «κατοικητήριον της Αγίας Τριάδος». Αυτοί εθέωσαν το νου, την καρδιά και το θέλημά τους, τούτα τα τρία, σαν συγκοινωνούντα δοχεία τα επλήρωσαν με Πνεύμα Άγιον κατά την παραβολή του Κυρίου περί της ζύμης (Λκ. 13, 21).

Πολύ όμορφα το εξέφρασε ο Απ. Παύλος λέγοντας: η ουκ οίδατε ότι το σώμα υμών ναός του εν υμίν Αγίου Πνεύματος εστίν, ου έχετε από Θεού και ουκ εστέ εαυτών; (Α' Κορ. 6, 16). Και βέβαια, όπου είναι ο Θεός Άγιον Πνεύμα, εκεί και ο Θεός Πατήρ και ο Θεός Υιός, η Αγία Τριάδα, αχώριστη, αναλλοίωτη και ζωοποιός. Γι' αυτό και σε κάποια στιχηρά Αγίων ψάλλουμε: «κατοικητήριον γεγόνατε της Αγίας Τριάδος».

*Όλα τα μυστήρια της Ορθοδόξου Εκκλησίας αλλά και πολλές Ακολουθίες αρχίζουν με την προσευχή προς το Άγιο Πνεύμα: «Βασιλεύ Ουράνιε, το Πνεύμα της Αληθείας ... ελθέ και σκήνωσον εν ημίν. Προσευχόμαστε λοιπόν, να έλθει το Άγιο Πνεύμα και να κατοικήσει μέσα μας. Αυτό δεν γίνεται άμεσα αλλά μετά από μακρά άσκηση στην προσευχή, τη νηστεία, την ελεημοσύνη και τον κόπο. Και αφού με όλα τούτα και με συχνά δάκρυα και αναστεναγμούς καθαρίσει η καρδιά, τότε το Πνεύμα σκηνώνει μέσα της για να θεώσει και την καρδιά και την διάνοια και τη θέληση. Τότε ο Ύψιστος Θεός κατοικεί στον άνθρωπο και ενεργεί τα πάντα εντός του.

*Νους, καρδιά και θέλημα συνιστούν τον τριαδικό άνθρωπο. Στην αμαρτωλή και εμπαθή ψυχή, τούτα τα τρία δεν βρίσκονται σε ενότητα και θεϊκή αρμονία αλλά είναι διηρημένα και δυσπροσάρμοστα. Σε τέτοια περίπτωση ο άνθρωπος μοιάζει με σπίτι που είναι διχασμένο, δεν μπορεί να κρατηθεί και πέφτει. Ένα τέτοιο οίκο της ψυχής, τίποτε δεν μπορεί να τον σώσει εκτός από τη μετάνοια και την πίστη στο Ευαγγέλιο.

(Από το βιβλίο «Εμπνευσμένα κείμενα Ορθοδόξου πνευματικότητος» του Αγίου Νικολάου Αχρίδος. Έκδοσις «Ορθόδοξος Κυψέλη», Θεσσαλονίκη 2007).α



By Saint Nicolas of Ochrid

The Lord said: Repent and believe in the Gospel. True repentance is not only to grieve over the sins one has committed but a complete return of the soul from darkness to light, from the worldly to the heavenly, from me to God.

What does faith in the Gospel mean? It means to believe the Good News that the Heavenly Messenger (Angel), the Son of God and God brought to the human race. In other words, it is to believe in the Lord Jesus Christ and His revelation. The Revelation of Christ is the greatest revelation since the creation of the world. It is the only revelation that can change the man-worm into man-god and a son of God.

Only "the One who descended from Heaven, the Son of Man who is in Heaven (John 3:13)" could bear witness to the world what exists in Heaven, who God is, what the spiritual reality is in the other world, how the spiritual world is that encompasses God, and what happens to human souls after bodily death. "What we saw we preach and what we heard we confess (John 3:11)."

We could say His witness is on a spiritual level, completely empirical. He does not bear witness according to worldly logic, or according to the conclusions of human understanding, or according to the wisdom or philosophies of the earthly man but according to him who has seen and heard. He is the Heavenly Messenger of the heavenly reality. "And to this end am I come to this world, that I should bear witness to the truth (John 18:37)," which no one of those born on earth could bear witness to accurately. He Himself calls this witness Good News.

The Heavenly Messenger of the Good News bears witness that: God is one, in the triune harmony of the Father and of the Son and of the Holy Spirit; that God is not only the Creator but also Father, namely the most beloved and closest relative of all who wish to become His children; that God as Father is true Love, and out of love for the human race He sent His only-begotten Son to save the world. He bears witness: that the soul of man has greater value than the whole material world and that there are legions of innumerable Angels in that world who - sometimes invisibly and at other times visibly, ceaselessly nonetheless - work for people in the events of this world; that after their death, the righteous of this world shine like the sun in the other world; and that the Son of God came down to the world with the purpose of making wormish men the sons of God, to make them gods, according to the will and mercy of the Father. He bears witness to the just judgment of God, the Resurrection of the dead and eternal life, and to many more things - one more joyous than the other.

Christ called men to believe this Good News: repent and believe in the Gospel. This means that He called us to believe Him and in Him, in His every word. Since for humans there is no other way to come to the knowledge of the truth about the most important questions of life and existence, other than accepting to believe His words, seeing as He is an eyewitness to the heavenly and spiritual truths. Either they will believe in Christ or they will continue to walk in the dark and stormy seas of life, guessing and hypothesizing about the earth and the edge of the ocean. A third solution does not exist in the history of the human anthill to this day.

From this it becomes obvious that the Christian faith does not in the least resemble the other faiths and theories of the world, since the other faiths are man made, from the earth and of the earth, by people who spoke about the spiritual world, either according to their natural reasoning or through the deceit of evil spirits. None of the founders of other religions said about himself that he had descended from heaven, or that he had been sent by the Father, or that he bears witness to that concerning heaven which he saw and heard and that he will return to heaven. For this reason, there can be no talk about the equality of or similarity between the witness of Christ and that of the other religions and confessions of the rest of the world.

Do not ask a Christian if he believes in God but ask if he believes in the Gospel, in the Good News of Christ. For if he says he believes in God according to his own logic but not in the Gospel, then he is regressing and is a pagan, since he arrived at faith just as people who lived some two thousand years ago (e.g. some of the philosophers of Greece and Asia). Then for what reason did Christ descend from Heaven? For what reason did He seal with His blood His revelation to the world, the Good News? Such a Christian has in truth the all Holy Blood of the Son of God on his head like those who cried, "Crucify Him, crucify Him!"

The Orthodox Church - the only Church of Christ in the world - has kept the faith in the Gospel, without looking right or left, without being supported by other faiths, or by pagan philosophies or by the natural sciences. For if one follows a far-sighted and keen eyed leader, it is useless and laughable to ask the crooked and blind for directions.

While Christ says: "without Me you can do nothing" (John 15:5), the heretic world in thousands of ways expresses the following saying: "Without Christ we can do everything". The entire contemporary culture is turned against Christ. All the modern sciences compete in seeing who will succeed in serving the hardest blow to Christ's teaching. It is a revolution of the vulgar servants against the mistress of the house, a revolution of worldly science against the heavenly science of Christ. However, this whole revolution in our days boils down to what has been written with such clarity: "Professing themselves to be wise, they became fools (Rom 1:22)."

Truthfully, no one knows where the greatest insanity of the modern world that has fallen away from Christ lies: in the each person's private life or in marriage? In school or in politics? In the economic structure or legislation? In war or in peace? Everywhere one sees what we call vulgar and barbaric. Falsehood and violence triumph.

Just as the faithless Jews once trampled upon the commandments of God, one after the other, and marched according to the wishes of the world and their hearts, they now have done the same with the teaching of Christ, the Master of all teachings. They have undermined and abolished one dogma after the other. They have gotten rid of of all the Gospel commandments. They have rejected the apostolic and patristic decrees. They have ridiculed all the sayings of the saints, and the ascetic examples they have reduced to myths.

The strongest blow the heretic theologians have imparted to the Gospel is in their questioning the divinty of the Messiah of the world, some doubting it and others totally rejecting it. This was followed by a whole string of denials of spiritual truths such as: the existence of Angels and Demons, of Paradise and Hell, of the eternal glory of the Saints and the Just, fasting, the power of the Cross, the value of the prayer, etc.

Simply put, the heretic theologians have concerned themselves with adaptations and homogenizations (of different faiths), even since the schism of the West from the East, with greater emphasis in the last 150 years. They conformed the heavens to earth, Christ to other "founders of religions" and the Good News to other religions: the Jewish, Muslim and pagan. Everything allegedly in the name of "tolerance" and "for the benefit of peace" between people and nations. However, this is where the beginning of wars and revolutions lie, such as have never been heard of before. For the Truth can in no way tolerate joining with half-truths and lies.

The theosophical view that the truth is scattered among all the religions, philosophies and mysteries got the best of the heretic theologians of the Western world. Thus, they say that there must be some truth in Christianity, as well as in Islam, and Hinduism or Brahmanism, in Plato and Aristotle, in Zed-Avesta, in Tantra and Mantras of Tibet. If it were so, then the ark of humanity would keep on sailing without hope in the dark seas of life, without compass or captain.

Then, why did Christ say this strange saying: "I am the Truth (John 14:6)." He did not say, I am a part of the truth but the truth. Also, "I am the light of the world (John 8, 12)." So, He is the whole truth and the whole light. Moreover, according to His word, He is the only guide to the path to eternal life and the only One who knows God. He said to the Jews: "and you have not come to know Him but I know Him and if I say that I do not know Him I will be a liar like you...... (John 8:55)." Is it possible Christ was deceived? Or perhaps He deceived us?

May God forgive us for putting forth such questions. We do not pose them ourselves, but the heretics posed them from very early on. And they are constantly answering them, one so and so and another differently - the one like the Jews, that Christ was a deceiver, and the other like the theosophites, that He was deceived. For us such a case does not exist.

The Orthodox believe and confess that Jesus Christ is the one and only Messiah, Savior of the World, the One who has redeemed the human race from sin and restored it, the Son of God who was incarnate of the Virgin Mary and the Holy Spirit, God of God, the fulfillment of truth, the source of life,the victor over death, the cause of resurrection, the only true path toward the proper goal, the judge of the living and the dead.

There is something which remains unexplained till now and forms the basic difference between our Eastern Church and the heretical churches of the West. However, before we proceed to its explanation, we must settle the fact that the new period for the heretics of the West did not start with the Reformation or with the French Revolution, but from the 10th century when the Christian West fell away from the Christian East. From that point on, Western Christianity started with the adaptations and the homogenizations. This constitutes the essence of this new period for them, of the contemporary age of modernism about which they even brag. For the Eastern Church, from the time of Christ's appearance in the world, there is no old and new age but everything is exactly the same and real, independent of periods, situations and subjugations.

Dogmatics is an applied science. This is something that the heretic theologians either don't realize or neglected. From the beginning dogmatics was an applied science - something that the Apostles were aware of, as well as the saints and the ascetics of the Eastern Church and for this reason they struggled to personally to fulfill every dogma in their life.

The dogma of the Holy Trinity, for example concerning the one Triune God, seemed to many lay people and even to heretic theologians as the most abstract of all dogmas. However, in the Menaion of the Orthodox Church, it mentions many saints who through asceticism made themselves "the abode of the Holy Trinity." They enlightened their mind, their heart and their will, these three, like connected receptacles which they filled with the Holy Spirit according to the Lord's parable of the leaven bread (Luke 13:21).

The Apostle Paul expressed it beautifully by saying: "What? Don't you know that your body is the temple of the Holy Spirit which is in you, which you have of God and you are not your own? (1Cor 6:19)." Of course wherever God the Holy Spirit is, there God the Father and God the Son are: the Holy Trinity, indivisible, inseparable and life giving. This is why in some stichera of the Saints we sing, "You became the abode of the Holy Trinity."

All the mysteries of the Orthodox Church, but also of many of the Services, begin with the prayer to the Holy Spirit, "Heavenly King, the Spirit of Truth..... come and dwell in us." We pray, therefore, for the Holy Spirit to come and dwell in us. This does not happen immediately but after much asceticism with prayer, fasting, almsgiving, and toil. And then after all these things, with frequent weeping and sighing, the heart is cleansed and the Holy Spirit dwells in it (the heart) to enlighten the heart and the mind and the will. Then the Most High God dwells in man and works everything through him.

Mind, heart and will comprise the triune man. In the sinful and passionate soul, these three do not exist in union and divine harmony but are divided and ill-sorted. In such a case man looks like a house that is split, cannot stand and falls. Such a dwelling of the soul cannot then be saved, except through repentance and faith in the Gospel.

From the book "Inspired Articles of Orthodox Spirituality"
Published by "Orthodox Kypseli"

Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2009

Λογισμοί και Πλάνη - Thoughts and Deception

Αρχ. Σωφρονίου Σαχάρωφ

Όποιος θέλει να προσεύχεται με καθαρό νου, πρέπει να μη μαθαίνει τα νέα των εφημερίδων, να μη διαβάζει βιβλία άσχετα προς την πνευματική μας ζωή, και κυρίως όσα διεγείρουν τα πάθη, και να μη μαθαίνει από περιέργεια όσα σχετίζονται με τη ζωή των άλλων. Όλα αυτά φέρνουν στο νου αλλότριες σκέψεις, και όταν ο άνθρωπος προσπαθεί να τις διευκρινίσει, αυτές ακόμη περισσότερο συγχύζουν και επιβαρύνουν την ψυχή.


Όταν η ψυχή διδαχθεί την αγάπη από τον Κύριο, τότε θλίβεται για όλη την οικουμένη, για όλη την κτίση του Θεού και προσεύχεται, ώστε όλοι να μετανοήσουν και δεχθούν τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Αν, όμως, η ψυχή χάσει τη χάρη, φεύγει η αγάπη από αυτήν, γιατί χωρίς χάρη Θεού είναι αδύνατον να αγαπά κάποιος τους εχθρούς, και τότε βγαίνουν από την καρδιά διαλογισμοί πονηροί, όπως λέει ο Κύριος (Ματθ. ιε΄19· Μαρκ. ζ΄ 21-22).


Χωρίς την ταπείνωση του Χριστού δεν καθαρίζεται ο νους και δεν αναπαύεται ποτέ η ψυχή εν τω Θεώ, αλλά ταράζεται πάντοτε από διάφορους λογισμούς, που παρεμποδίζουν τη θεωρία του Θεού. Ω, η κατά Χριστόν ταπείνωση! Όποιος σε δοκίμασε, ορμά προς τον Θεό ακόρεστα ημέρα και νύχτα.


Ω, πόσο ασθενής είμαι! Έγραψα λίγο και αμέσως κουράστηκα και το σώμα θέλει ανάπαυση. Και ο Κύριος όταν ήταν στη γη, «εν τη σαρκί Αυτού», γνώρισε την ανθρώπινη ασθένεια. Και Αυτός, ο Ελεήμων, κουραζόταν από την οδοιπορία και κοιμόταν στο πλοίο την ώρα της τρικυμίας· και όταν Τον ξύπνησαν οι μαθητές, τότε πρόσταξε τη θάλασσα και τον άνεμο να σιγήσουν και έγινε μεγάλη γαλήνη. Έτσι και στην ψυχή μας, όταν επικαλούμαστε το άγιο όνομα του Κυρίου, γίνεται μεγάλη γαλήνη. Δώσε μας, Κύριε, να Σε δοξάζουμε ως την τελευταία μας πνοή.



Στην πλάνη πέφτει κάποιος είτε από απειρία είτε από υπερηφάνεια. Και αν είναι από απειρία, ο Κύριος θεραπεύει γρήγορα αυτόν που πλανήθηκε, αν όμως είναι από υπερηφάνεια, τότε θα πάσχει για πολύν καιρό η ψυχή, ωσότου μάθει την ταπείνωση, και τότε θα θεραπευθεί από τον Κύριο.

Πέφτουμε στην πλάνη, όταν νομίζουμε ότι είμαστε πιο φρόνιμοι και έμπειροι από τους άλλους, ακόμη και από τον πνευματικό μας πατέρα. Έτσι σκέφθηκα κι εγώ με την απειρία μου και γι' αυτό υπέφερα. Κι ευχαριστώ από την καρδιά μου τον Θεό, γιατί με τον τρόπο αυτό με ταπείνωσε και με νουθέτησε και δεν απέσυρε το έλεός Του από μένα. Και τώρα σκέφτομαι ότι, χωρίς εξομολόγηση στον πνευματικό δεν είναι δυνατόν να απαλλαγούμε από την πλάνη, γιατί στον πνευματικό έδωσε ο Θεός τη χάρη του «δεσμείν καί λύειν».


Α
ν δεις φως μέσα σου ή γύρω σου, μην πιστέψεις σ' αυτό αν δεν έχεις συγχρόνως κατάνυξη για τον Θεό και αγάπη για τον πλησίον. Μη φοβηθείς όμως, αλλά ταπείνωσε τον εαυτό σου και το φως εκείνο θα εξαφανιστεί.

Αν δεις κάποιο όραμα ή εικόνα ή όνειρο, μην το εμπιστεύεσαι, γιατί αν είναι από τον Θεό, θα σε φωτίσει γι' αυτό ο Κύριος. Ψυχή, που δεν γεύθηκε το Άγιο Πνεύμα, δεν μπορεί να διακρίνει από πού έρχεται το όραμα. Ο εχθρός δίνει στην ψυχή μια «γλυκειά αίσθηση» ανακατεμένη με κενοδοξία, και από αυτό γίνεται φανερή η πλάνη.


Οι Πατέρες λένε ότι, όταν η όραση είναι εχθρική, η ψυχή αισθάνεται σύγχυση ή φόβο.
Αυτό, όμως, συμβαίνει μόνο στην ταπεινή ψυχή που θεωρεί τον εαυτό της ανάξιο για όραση. Ο κενόδοξος, όμως, μπορεί να μην αισθανθεί ούτε φόβο ούτε σύγχυση, γιατί επιθυμεί τις οράσεις και θεωρεί τον εαυτό του άξιο, και γι' αυτό τον εξαπατά εύκολα ο εχθρός.

Τα ουράνια γνωρίζονται με το Άγιο Πνεύμα και τα επίγεια με τη φυσική κατάσταση.
Πλανάται όποιος επιχειρήσει να γνωρίσει τον Θεό με τον φυσικό νου, με την επιστήμη, γιατί ο Θεός γνωρίζεται μόνο με το Άγιο Πνεύμα.



Αν βλέπεις με το νου σου δαιμόνια, ταπεινώσου και προσπάθησε να μη βλέπεις, και τρέξε όσο πιο γρήγορα γίνεται στον πνευματικό σου γέροντα, στον οποίο παραδόθηκες. Πες του τα όλα, και τότε ο Κύριος θα σε ελεήσει και θα σωθείς από την πλάνη. Αν, όμως, νομίζεις ότι εσύ γνωρίζεις περισσότερα για την πνευματική ζωή από τον πνευματικό και πάψεις να του λες τι σού συμβαίνει, εξαιτίας αυτής της υπερηφάνειας θα παραχωρηθεί αναπόφευκτα κάποιος πειρασμός, για να σε συνετίσει.


Να πολεμάς τους εχθρούς με την ταπείνωση.

Όταν δεις ότι κάποιος άλλος νους παλεύει με το νου σου, ταπείνωσε τον εαυτό σου και θα παύσει ο πόλεμος.

Αν σου συμβεί να δεις δαιμόνια, μη φοβηθείς, αλλά ταπείνωσε τον εαυτό σου, και τα δαιμόνια θα εξαφανιστούν. Αν όμως σε πιάσει ο φόβος, δεν θα αποφύγεις κάποια βλάβη. Να είσαι ανδρείος. Να θυμάσαι ότι ο Κύριος σε βλέπει, αν στηρίζεις την ελπίδα σου σε Αυτόν.

Για να αποκτήσει, όμως, η ψυχή ανάπαυση από τα δαιμόνια, πρέπει να ταπεινώνεται και να λέει: «Είμαι χειρότερη απ' όλους, είμαι πιο άθλια από κάθε κτήνος και από κάθε θηρίο».


Όπως οι άνθρωποι μπαίνουν στο σπίτι και βγαίνουν, έτσι και οι λογισμοί έρχονται από τα δαιμόνια και πάλι μπορεί να φύγουν, αν δεν τους δεχόμαστε.

Αν ο λογισμός σου λέει «κλέψε», και συ υπακούσεις, δίνεις με αυτόν τον τρόπο στο δαιμόνιο εξουσία επάνω σου. Αν ο λογισμός σου λέει «φάει πολύ, ώσπου να χορτάσεις», και συ φας πολύ, τότε πάλι σε εξουσιάζει το δαιμόνιο. Κι έτσι,
αν ο λογισμός κάθε πάθους σε νικά, θα καταντήσεις κατοικία δαιμόνων. Αν, όμως, αρχίσεις με την πρέπουσα μετάνοια, τότε θα αρχίσουν να τρέμουν οι δαίμονες και θ' αναγκαστούν να φύγουν".


Archimandrite Sophrony Sakharov

Those who want to pray with a cleansed mind (nous) must not concern themselves with the latest news from the newspapers, or read books that are irrelevant to our spiritual life – especially those books that arouse the passions – and they must not strive to learn out of curiosity whatever pertains to the lives of others. All these things bring foreign thoughts to mind, and when a person attempts to elucidate them, they confound his mind even more.

When the soul is taught love by God, then it will feel sorrow for all of Mankind, all of Creation, and will pray that everyone might repent and receive the grace of the Holy Spirit. But, should the soul lose this grace, love will abandon it (because without the grace of God, it is impossible to love one’s enemy) and that is when wicked thoughts will issue from the heart, as the Lord had said (Matthew 15:19, Mark 7:21-22).

Without the humility of Christ, Man’s nous (mind) will not be cleansed and his soul will never feel reposed in God, but will always be agitated by various thoughts that will hinder his “theory” (sighting) of God. Ah, the humility according to Christ! Those who have tried it, rush towards God, insatiably, day and night!

Ah, but what a weakling I am! I have been writing for just a short while, and yet I have quickly become tired, and my body yearns to rest. But even the Lord Himself, when He was on earth “in His flesh”, was familiar with human frailty. He, the Merciful One, would also feel weary after His journeys on foot, and He had also slept on board a boat during the tempest; and, after the disciples had roused Him from His sleep, He commanded the sea and the wind to become still, and a great calm followed. So it is with our soul, whenever we call upon the most Holy Name of the Lord: a great calm follows.

Allow us, o Lord, to glorify You, until our dying breath…..

One can fall into deception, either out of inexperience, or out of pride. And if it is out of inexperience, the Lord heals the deceived one very quickly; however, if it is on account of pride, then the soul will be struggling for a very long time, until it has learnt humility and will then be healed by the Lord.

We fall into a deception, when we consider ourselves more prudent and experienced than the others – even our own spiritual father. This is what I myself had thought -in my inexperience- and this was the reason that I suffered. And I thank the Lord from my heart, because in this way, He humbled me and admonished me, and did not revoke His mercy from me. Now it occurs to me that without confessing to our spiritual father, it will not be possible to avoid deception, because it was to the spiritual father that God gave the gift of “binding and unbinding”.

If you sense light inside you or around you, do not believe in it unless you also have a deep solemnity within you for God and a love for your fellow man. However, do not be afraid; only humble yourself, and that light will disappear.

Should you see a certain vision or dream, do not trust it, for if it was from God, the Lord Himself will inform you about it. A soul that has not tasted of the Holy Spirit cannot discern where the vision comes from. The enemy will give the soul a “sweet sensation” combined with vainglory, and it is from this, that deception will have become evident.

The Fathers say that when a vision is a hostile one, the soul feels confusion or fear; but this will happen only to the humble soul that considers itself unworthy of a vision. The vainglorious person however, may not feel either fear or confusion, because he is desirous of visions and regards himself as worthy of them, which is why the enemy can easily deceive him.

Celestial things are recognized through the Holy Spirit and terrestrial things through one’s physical state. Whosoever attempts to know God through the physical mind is deceived, because God can only be known via the Holy Spirit.

If you see demons with your mind, then humble yourself and try not to look, and run as fast as you can to your spiritual Geron (Elder), to whom you have surrendered yourself. Tell him everything, and the Lord will then show His mercy on you and you will be rescued from that deception. But if you believe that you know more about spiritual matters than your spiritual father and you cease to tell him whatever is happening to you, then, because of this act of pride, inevitably, a certain trial will “befall” you, in order to restore your prudence.

Fight your enemies with humility.

When you see another mind struggling with your mind, then humble yourself and the struggle will cease.

I
If you happen to see demons, do not be afraid, but humble yourself and the demons will disappear. But if fear does overcome you, you will not avoid suffering some harm. Be brave. Remember that the Lord can see you, if you have hinged your hopes on Him.

But, for the soul to acquire respite from the demons, it must humble itself and say: “I am worse than all the others; I am more wretched than every beast and every wild animal”...

Just as people enter a house and leave it, so do thoughts come from demons and they can leave, provided we do not hold on to them. If your thought says: “steal” and you obey, you are in this way giving the demon power over you. If your thought says: “eat as much as you want, until you are full”, and you do eat excessively, then again the demon will hold power over you. Thus, if the thought of every passion conquers you, you will end up a dwelling-place of demons. However, if you commence with the appropriate repentance, then the demons will begin to quake and be forced to leave.”


Ο Θείος έρως - DIVINE EROS

Γέροντας Παϊσιος ο Αγιορείτης

- Γέροντα, ο θείος έρως είναι η αγάπη για τον Θεό;
- Ο θείος έρως είναι κάτι ανώτερο από την αγάπη για τον Θεό. Είναι τρέλα. Αγάπη - έρως - τρέλα, όπως φθόνος-μίσος-φόνος. Η ακριβή αγάπη προς τον Θεό, με τις θυσίες της, γλυκοβράζει την καρδιά, και σαν τον ατμό πετιέται ο θείος έρως, ο οποίος δεν μπορεί να συγκρατηθή, και ενώνεται με τον Θεό.
Ο θείος έρως λυγίζει τα σκληρά κόκκαλα και γίνονται τόσο μαλακά, που ο άνθρωπος δεν μπορεί να σταθή όρθιος, πέφτει κάτω! Γίνεται σαν την λαμπάδα που βρίσκεται σε θερμό χώρο και δεν μπορεί να σταθή όρθια. Πότε λυγίζει από εδώ, πότε λυγίζει από εκεί. Την σιάζεις, αλλά πάλι λυγίζει, πάλι πέφτει, γιατί είναι θερμός ο χώρος, πολύ θερμό... Όταν κανείς βρίσκεται σ' αυτήν την κατάσταση και πρέπη να πάη κάπου η να κάνη κάποια δουλειά, δεν μπορεί. Παλεύει, προσπαθεί να βγει από αυτήν την κατάσταση...
- Γέροντα, όταν βρίσκεται κανείς στην κατάσταση του θείου έρωτος, αν πονάη, το αισθάνεται;
- Ο πόνος, αν είναι πολύ δυνατός μετριάζεται και γίνεται υποφερτός. Αν είναι λίγος χάνεται. Βλέπεις όσοι είναι ερωτευμένοι, συνεπαίρνονται τελείως, ούτε ύπνος τους πιάνει. Μου έλεγε ένας μοναχός: "Γέροντα, ο αδελφός μου έχει ερωτευθή μια γύφτισσα, και ούτε να κοιμηθεί μπορεί. Συνέχεια "Παρασκευούλα μου, Παρασκευούλα μου" λέει. Μάγια του έχουν κάνει; δεν ξέρω! Εγώ τόσα χρόνια καλόγερος, δεν αγαπώ την Παναγία ούτε όσο αγαπάει ο αδελφός μου αυτή την γύφτισσα! Καθόλου να μη σκιρτάει η καρδιά μου!".
Δυστυχώς υπάρχουν πνευματικοί άνθρωποι που σκανδαλίζονται με την λέξη "θείος έρως". Δεν έχουν καταλάβει τι θα πη "θείος έρως" και θέλουν να βγάλουν την λέξη αυτή από τη Μηναία και από την Παρακλητική, γιατί λένε ότι σκανδαλίζει. Που φθάσαμε! Αντίθετα, οι κοσμικοί που έχουν ζήσει τον κοσμικό έρωτα, αν τους μιλήσεις για θείο έρωτα, αμέσως λένε : "Κάτι ανώτερο θα είναι αυτό". Πόσα παιδιά που γνώρισαν τον κοσμικό έρωτα τα φέρνω αμέσως σε λογαριασμό, όταν τους μιλώ για τον θείο έρωτα! "Εσείς πέσατε κάτω καμιά φορά από την αγάπη που νοιώσατε; τα ρωτάω, Νιώσατε ποτέ εσείς έτσι που να μην μπορείτε να κουνηθείτε, να μην μπορείτε να κάνετε τίποτε;". Αμέσως καταλαβαίνουν ότι αυτό είναι κάτι ανώτερο και συνενοούμαστε. "Αν εμείς, λένε, από αυτό το κοσμικό κάτι νιώθουμε, φαντάσου τι θα είναι εκείνο το ουράνιο!".
- Πως μπορείς να παλαβώσης, Γέροντα, από την αγάπη του Θεού;
- Να συναναστρέφεσαι με... παλαβούς, να να σου μεταδώσουν την τρέλα τους την πνευματική! Θα εύχομαι να σε δω... θεότρελλη! Αμήν
Έχω κι εγώ μια μικρή πείρα από την πνευματική τρέλα, η οποία προέρχεται από τον θείο έρωτα. Φθάνει τότε ο άνθρωπος στην θεία αφηρημάδα και δεν θέλει να σκέφτεται τίποτε εκτός από τον Θεό, τα θεία, τα πνευματικά, τα ουράνια. Ερωτευμένος πια θεϊκά, καίγεται εσωτερικά, γλυκά, και ξεσπάει εξωτερικά, παλαβά, μέσα στον θείο χώρο της σεμνότητος δοξολογώντας σαν άγγελος μέρα-νύχτα τον Θεό και Πλάστη του.
- Είναι έκστασις αυτό, Γέροντα;
- Ναι, είναι εκτός εαυτού τότε ο άνθρωπος, με την καλή έννοια. Αυτό είναι ....."έκστηθι φρίττων ουρανέ" [ειρμός της η' ωδής του κανόνος του Μ. Σαββάτου]
Η θεία τρέλα βγάζει τον άνθρωπο έξω από την έλξη της γης, τον ανεβάζει στον θρόνο του Θεού, και νιώθει πια ο άνθρωπος τον εαυτό του σαν το σκυλάκι στα πόδια του αφεντικού του και του γλείφει τα πόδια με χαρά και ευλάβεια.



Geron Paisios of the Holy Mountain

- Geron, is “divine eros” the love we feel for God?

- Divine eros is something far superior to one’s love for God. It is a kind of madness. “Love – eros – madness” – is along the same lines as “envy – hatred – murder”. A precise love of God - complete with sacrifices – simmers slowly inside the heart; then, just like steam, divine eros (which cannot be held back) bursts forth and unites with God. Divine eros can soften even the toughest bones so much, that a person can no longer stand upright; he actually falls down! He then resembles a wax candle in a warm environment, which cannot stand firmly upright. It falls to one side, then it falls to the other side… you straighten it, but again it bends, again it falls, because of the heat of its environment, which is too hot for it to bear.. When a person finds himself in such a state and he needs to go somewhere or do something, he cannot… He struggles; he has to actually struggle to get out of that state….

- Geron, when someone is in a state of divine eros, and if he is in pain, can he feel that pain?

- If the pain is very intense, it is subdued and becomes tolerable. If the pain is minimal, it disappears altogether… Haven’t you seen how people who are in love with each other are entirely oblivious? They can hardly sleep… A monk once told me: “Geron, a brother of mine has fallen in love with a gypsy girl and has lost his sleep over her. He keeps repeating her name, over and over again… Is he perhaps bewitched? I have been a monk for so many years, and even I don’t feel that much love for the Holy Mother as he feels for that gypsy! I don’t feel my heart leaping like that!”

Unfortunately, there are spiritual people who are scandalized by the term “divine eros”. They haven’t perceived what “divine eros” means, and they are attempting to remove this term from the Menaia and the Paracletic texts, because they claim that it scandalizes. Where have things come to! On the contrary, if you speak to secular people (who have experienced “secular eros”) about divine eros, they immediately say: “That must be something a far superior thing.” There have been so many youngsters who have experienced “secular eros”, whom I immediately “aligned” when I mentioned divine eros to them! I ask them: “Have you ever lost your footing on account of the love that you felt for someone? Have you ever felt that you cannot move and you cannot do absolutely anything?” They then immediately comprehend how this must be a really superior state, and we understand each other perfectly thereafter. They usually respond with: “If we feel that way with something secular, imagine what that celestial feeling must be like!”

- How can one become dotty, Geron, by their love for God?

- Well, by keeping company with …other dotty ones, who will infect you with their spiritual dottiness! I will pray to one day see you… a complete madman! Amen…

I too have a small experience of spiritual madness, which comes from divine eros. In that state, a person reaches the stage of divine absentmindedness and wants to think of nothing else except God, the divine, the spiritual, the celestial… While divinely in love, he is deliciously ablaze internally, and he explodes externally in a mad manner - within the divine confines of modesty – and glorifies his God and Maker like an angel, day and night….

- Is that what we call “ecstasy”, Geron?

- Yes. That is when a person “takes leave of himself” – in the good sense, of course. That is also what we mean by ....”stand aside and shudder, o heavens” (έκστηθι φρίττων ουρανέ) [from the Eirmos of the 8th Ode of the Canon of Easter Saturday].

Divine madness takes a person beyond the earth’s pull; it lifts him up to the Throne of God, and makes him feel like a puppy at his master’s feet; a puppy licking His Feet joyfully and with reverence…



Σχετικά με το να μην απελπιζόμαστε - How not to despair


Αγίου Αμφιλοχίου

Κάποιος αδελφός νικήθηκε από το πάθος της πορνείας και έκανε την αμαρτία καθημερινά., αλλά και καθημερινά ζητούσε έλεος από τον Κύριό του με δάκρυα και προσευχές. Ενεργώντας λοιπόν έτσι, τον ξεγελούσε η κακή συνήθεια, και έκανε την αμαρτία· έπειτα πάλι, μετά την αμαρτία, πήγαινε στην εκκλησία, και βλέποντας την ιερή και σεβάσμια εικόνα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, έπεφτε μπροστά της με πικρά δάκρυα και έλεγε: «Σπλαχνίσου με, Κύριε, και πάρε από επάνω μου αυτόν τον ύπουλο πειρασμό, γιατί με ταλαιπωρεί φοβερά και με τραυματίζει με τις πικρές ηδονές. Δεν έχω πρόσωπο, Κύριε, να αντικρύσω και να δω την αγία εικόνα σου και την υπέρλαμπρη μορφή του προσώπου σου, ώστε να γλυκαθεί η καρδιά μου».

Τέτοια έλεγε, και όταν έβγαινε από την εκκλησία έπεφτε πάλι στον βούρκο. Όμως και πάλι δεν απελπιζόταν για τη σωτηρία του, αλλά από την αμαρτία ξαναγύριζε στην εκκλησία και έλεγε τα παρόμοια προς τον φιλάνθρωπο Κύριο και Θεό: «Εσένα, Κύριε, βάζω εγγυητή, ότι από εδώ και πέρα δεν θα ξανακάνω αυτή την αμαρτία· μόνο, αγαθέ, συγχώρησε μου όσες αμαρτίες σου έκανα από την αρχή μέχρι τώρα». Και αφού έδινε αυτές τις φοβερές υποσχέσεις, πάλι γύριζε στη βαριά αμαρτία του. Και έβλεπε κανείς τη γλυκύτατη φιλανθρωπία και την άπειρη αγαθότητα του Θεού να ανέχεται καθημερινά και να υπομένει την αδιόρθωτη και βαριά παράβαση και την αχαριστία του αδελφού και να θέλει από πολλή ευσπλαχνία τη μετάνοιά του και την οριστική επιστροφή του. Γιατί αυτό δεν γινόταν για ένα, δύο ή τρία χρόνια, αλλά για δέκα και περισσότερο.

Βλέπετε αδελφοί, την άμετρη ανοχή και την άπειρη φιλανθρωπία του Κυρίου; Πως κάθε φορά δείχνει μακροθυμία και καλοσύνη, υπομένοντας τις βαριές ανομίες και αμαρτίες μας; Γιατί αυτό που συγκλονίζει και προκαλεί θαυμασμό σχετικά με την πλούσια ευσπλαχνία του Θεού είναι ότι ο αδελφός, ενώ υποσχόταν και συμφωνούσε να μην ξανακάνει την αμαρτία, αποδεικνυόταν ψεύτης.

Μια μέρα λοιπόν, καθώς γινόταν αυτό, ο αδερφός, αφού έκανε την αμαρτία, πήγε τρέχοντας στην εκκλησία, θρηνώντας και στενάζοντας και κλαίγοντας και βιάζοντας της ευσπλαχνία του αγαθού Θεού να τον λυπηθεί και να τον γλυτώσει από τον βούρκο της ασωτείας. Καθώς λοιπόν ο αδελφός παρακαλούσε τον φιλάνθρωπο Θεό, ο αρχέκακος διάβολος, η καταστροφή των ψυχών μας, είδε ότι τίποτε δεν κάνει, αλλά όσο αυτός έραβε με την αμαρτία, ο αδελφός τα ξήλωνε με τη μετάνοια. Με θράσος λοιπόν του παρουσιάστηκε φανερά και, στρέφοντας το πρόσωπο του προς τη σεβάσμια εικόνα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, κραύγαζε και έλεγε: «Τι θα γίνει μ’ εμάς τους δύο, Ιησού Χριστέ; Η άπειρη συμπάθειά σου με νικά και με ρίχνει κάτω, καθώς δέχεσαι αυτόν τον πόρνο, τον άσωτο, που κάθε μέρα σου λέει ψέματα και δεν λογαριάζει την εξουσία σου. Γιατί λοιπόν δεν τον καις, αλλά μακροθυμείς και τον ανέχεσαι; Εσύ πρόκειται να δικάσεις του μοιχούς και τους πόρνους και να εξολοθρεύσεις όλους τους αμαρτωλούς. Πράγματι, δεν είσαι δίκαιος κριτής, αλλά όπου νομίσει η εξουσία σου, κρίνεις άδικα και παραβλέπεις. Εμένα, για τη μικρή παράβαση της υπερηφάνειας, με έριξες από τον ουρανό κάτω·και αυτός είναι ψεύτης και πόρνος και άσωτος, και επειδή πέφτει μπροστά σου, του χαρίζεις ατάραχος την ευμένειά σου. Γιατί λοιπόν σε λένε δίκαιο κριτή; Όπως βλέπω, και εσύ χαρίζεσαι σε πρόσωπα από την πολλή σου αγαθότητα και παραβλέπεις το δίκαιο». Και αυτά ο διάβολος τα έλεγε πνιγμένος από την πολλή πίκρα του και βγάζοντας φλόγες και καπνό από τα ρουθούνια του.

Αφού τα είπε αυτά ο διάβολος, σώπασε· και αμέσως ακούστηκε μία φωνή σαν από το άγιο βήμα να λέει: «Παμπόνηρε και ολέθριε δράκοντα, δεν χόρτασε η κακία σου που κατάπιες όλο τον κόσμο, αλλά και αυτόν που κατέφυγε στο άπειρο έλεος της ευσπλαχνίας μου πασχίζεις να τον αρπάξεις και να τον καταπιείς; Έχεις να παρουσιάσεις αμαρτήματα τόσα που να ζυγίζουν βαρύτερα από το πολύτιμο αίμα που έχυσα γι’ αυτόν επάνω στον σταυρό; Μάθε ότι η σταύρωση και ο θάνατος μου συγχώρησαν τις αμαρτίες του. Και εσύ βέβαια, όταν αυτός πηγαίνει στην αμαρτία, δεν τον διώχνεις, αλλά τον δέχεσαι με χαρά και δεν τον αποστρέφεσαι, ούτε τον εμποδίζεις, γιατί ελπίζεις να τον κερδίσεις. Εγώ λοπόν, που είμαι τέτοιος σπλαχνικός και φιλάνθρωπος, που έδωσα εντολή στον κορυφαίο μου απόστολο Πέτρο να συγχωρεί ως εβδομήντα φορές το επτά αυτόν που αμαρτάνει καθημερινά, άραγε δεν θα συγχωρήσω και δεν θα τον σπλαχνιστώ; Ναι, σου λέω· και επειδή καταφεύγει σ’ εμένα, δεν θα τον αποστραφώ, ώσπου να τον πάρω δικό μου· γιατί εγώ για τους αμαρτωλούς σταυρώθηκα και γι’ αυτούς άπλωσα τα άχραντα χέρια μου, έτσι ώστε όποιος θέλει να σωθεί, να καταφεύγει σ’ εμένα και σώζεται. Κανέναν δεν αποστρέφομαι ούτε διώχνω· ακόμη και μύριες φορές τη μέρα να αμαρτήσει κάποιος και μύριες φορές να έρθει σ’ εμένα, δεν θα φύγει λυπημένος. Γιατί δεν ήρθα να καλέσω σε μετάνοια τους ενάρετους αλλά τους αμαρτωλούς».

Μόλις ακούστηκαν αυτά τα λόγια, ο διάβολος έμεινε στη θέση του τρέμοντας, χωρίς να μπορεί να φύγει. Και ακούστηκε πάλι η φωνή: « Άκουσε, απατεώνα, και σχετικά με αυτό που είπες, ότι δηλαδή είμαι άδικος. Γιατί εγώ είμαι δίκαιος σε όλους, και σε όποια κατάσταση βρω κάποιον, σύμφωνα με αυτή τον κρίνω. Δες, λοιπόν· αυτόν τον βρήκα τώρα σε μετάνοια και επιστροφή, πεσμένο μπροστά στα πόδια μου και νικητή σου. Θα τον πάρω λοιπόν και θα σώσω την ψυχή του, επειδή δεν απελπίστηκε για τη σωτηρία του. Και εσύ, βλέποντας την τιμή που του κάνω, να σουβλιστείς από τον φθόνο σου και να καταντροπιαστείς».

Και όπως ήταν ο αδελφός πεσμένος μπρούμυτα και θρηνούσε, παρέδωσε την ψυχή του· και αμέσως ήρθε οργή μεγάλη σαν φωτιά και έπεσε επάνω στον σατανά και τον κατέκαιγε. Από αυτό λοιπόν ας μάθουμε, αδελφοί, την άμετρη ευσπλαχνία και φιλανθρωπία του Θεού και πόσο καλό Κύριο έχουμε, και ποτέ να μην απελπιστούμε ή να αμελήσουμε τη σωτηρία μας.

Κάποιος άλλος πάλι που μετανόησε μετά την αμαρτία αποσύρθηκε στην ησυχία· συνέβη όμως τότε να χτυπήσει σε πέτρα και να πληγωθεί στο πόδι, και τόσο αίμα να τρέξει από την πληγή, ώστε να ξεψυχήσει από τον αιμοραγία. Ήρθαν λοιπόν οι δαίμονες θέλοντας να πάρουν την ψυχή του· και τους λένε οι άγγελοι: «Κοιτάξτε στην πέτρα και δείτε το αίμα του που έχυσε για τον Κύριο». Και με αυτό που είπαν οι άγγελοι, αφέθηκε ελεύθερη η ψυχή.

Σε κάποιον αδερφό που έπεσε σε αμαρτία, παρουσιάστηκε ο σατανάς και είπε: «Δεν είσαι χριστιανός». Ο αδελφός του αποκρίθηκε: «όποιος και να είμαι, πάντως είμαι καλύτερός σου». Ο σατανάς είπε πάλι: «Σου λέω, θα πας στην κόλαση». Και ο αδελφός του απάντησε: «Δεν είσαι εσύ κριτής μου ούτε ο Θεός μου». Έτσι ο σατανάς έφυγε άπρακτος, ενώ ο αδελφός έδειξε ειλικρινή μετάνοια στον Θεό και έγινε άξιος.

Ένας αδελφός που είχε κυριευθεί από λύπη, ρώτησε κάποιον γέροντα: «Τι να κάνω; Οι λογισμοί μου λένε ότι άδικα απαρνήθηκα τον κόσμο και ότι δεν μπορώ να σωθώ». Και ο γέροντας αποκρίθηκε: «Ακόμη και αν δεν μπορούμε να μπούμε στη Γη της επαγγελίας, μας συμφέρει να αφήσουμε τα κόκκαλα μας στην έρημο παρά να γυρίσουμε πίσω στη Αίγυπτο».

Άλλος αδελφός ρώτησε τον ίδιο γέροντα: «Πάτερ, τι εννοεί ο προφήτης όταν λέει: ‘‘ Δεν υπάρχει γι’ αυτό σωτηρία από τον Θεό του’’;» και ο γέροντας είπε: «Εννοεί τους λογισμούς της απελπισίας που σπέρνονται από τους δαίμονες σε αυτόν που αμάρτησε και του λένε· ‘‘Δεν υπάρχει πια για σένα σωτηρία από τον Θεό’’, και προσπαθούν να τον γκρεμίσουν στην απελπισία. Αυτούς πρέπει κανείς να τους αντιμάχεται λέγοντας· ‘‘ Καταφύγιό μου είναι ο Κύριος, και αυτός θα ελευθερώσει από την παγίδα τα πόδια μου’’».

Κάποιος από τους πατέρες διηγήθηκε ότι στην Θεσσαλονίκη υπήρχε ένα ασκητήριο παρθένων. Μία από αυτές, από ενέργεια του κοινού εχθρού, έφυγε από το μοναστήρι και έπεσε σε πορνεία, και έμεινε στο πάθος αυτό αρκετό καιρό. Κάποτε όμως, με τη βοήθεια του φιλάνθρωπου Θεού, μετανόησε και γύρισε στο κοινόβιό της. Και φτάνοντας μπροστά στην πύλη, έπεσε νεκρή.

Ο θάνατός της αποκαλύφθηκε σε κάποιον άγιο, ο οποίος είδε τους αγίους αγγέλους που ήρθαν να πάρουν την ψυχή της, και δαίμονες που τους ακολουθούσαν. Στον διάλογο που έγινε μεταξύ τους, οι άγιοι άγγελοι έλεγαν ότι γύρισε με μετάνοια. Οι δαίμονες πάλι αντέλεγαν: «Τόσο καιρό είναι υποδουλωμένη σ’ εμάς και είναι δική μας· άλλωστε δεν πρόλαβε ούτε να μπει στο κοινόβιο, και πώς λέτε ότι μετανόησε;» και είπαν οι άγγελοι: «Από τη στιγμή που είδε ο Θεός την πρόθεσή της να έχει κλίση στον σκοπό αυτό, δέχτηκε τη μετάνοιά της· και η μετάνοια βέβαια ήταν στην εξουσία της, λόγω του σκοπού που έβαλε, η ζωή της όμως ήταν στην εξουσία του Κυρίου του σύμπαντος». Με τα λόγια αυτά ντροπιάστηκαν οι δαίμονες και έφυγαν. Και αυτός που είδε την αποκάλυψη, τη διηγήθηκε στους παρόντες.

Ο αββάς Αλώνιος είπε ότι, αν θέλει ο άθνρωπος, μπορεί από το πρωί ως το βράδι να φτάσει σε θεία μέτρα.

Ένας αδελφός ρώτησε τον αββά Μωυσή: «Έστω ότι κάποιος δέρνει τον δούλο του για κάποιο σφάλμα που έκανε· τι θα πει ο δούλος;». Αποκρίθηκε ο γέροντας: «Αν είναι δούλος καλός, θα πει· ‘‘Σπλαχνίσου με έσφαλα’’». «Δεν λέει τίποτε άλλο;» ξαναρώτησε ο αδελφός. «Τίποτε», απάντησε ο γέροντας· «γιατί από τη στιγμή που θα αναγνωρίσει το σφάλμα του και θα πει ότι έσφαλε, αμέσως τον σπλαχνίζεται ο κύριος του».

Κάποιος αδελφός είπε στον αββά Ποιμένα: «Αν πέσω σε αξιοδάκρυτο παράπτωμα, με κατατρώει ο λογισμός μου και με κατηγορεί που έπεσα». Ο γέροντας απάντησε: «Αν, την ώρα που άνθρωπος πέσει σε σφάλμα, πει ‘‘αμάρτησα’’, αμέσως παύει ο λογισμός».

Κάποιας νέας, που λεγόταν Ταϊσία, πέθαναν οι γονείς και έμεινε ορφανή. Αυτή τότε μετέτρεψε το σπίτι της σε ξενώνα των πατέρων της Σκήτης και για πολύ καιρό τους δεχόταν και τους φιλοξενούσε. Όταν όμως ξόδεψε όσα είχε, άρχισε να στερείται. Την πλησίασαν τότε άνθρωποι διεστραμμένοι και την έβγαλαν από τον καλό δρόμο. Και ζούσε πλέον αμαρτωλά,. Έτσι που κατάντησε και στην πορνεία.

Όταν το έμαθαν οι πατέρες, λυπήθηκαν πάρα πολύ και κάλεσαν τον αββά Ιωάννη τον Κολοβό και του είπαν: «Ακούσαμε για την τάδε αδελφή ότι ζει στην αμαρτία. Αυτή, όταν μπορούσε, είχε δείξει αγάπη σ’ εμάς· ας τη βοηθήσουμε και εμείς τώρα, όπως μπορούμε. Κάνε λοιπόν τον κόπο να πας σε αυτήν και με σοφία που σου έδωσε ο Θεός, φρόντισε για τη διόρθωση της».

Πήγε λοιπόν ο γέροντας σε αυτήν, και είπε στη γριά που φύλαγε στην πόρτα: «Πες στην κυρία σου ότι ήρθα». Εκείνη τον έδιωξε λέγοντας: «Εσείς παλιά της τα φάγατε όλα και τώρα είναι φτωχή». Ο γέροντας επέμενε: «Πες της, και θα δει πολύ καλό από εμένα». Ανέβηκε λοιπόν η γριά και ανέφερε στη νέα για τον γέροντα. Ακούγοντας την εκείνη είπε: «Αυτοί οι μοναχοί όλο γυρίζουν κατά την Ερυθρά Θάλασσα και βρίσκουν μαργαριτάρια». Στολίστηκε λοιπόν, κάθισε στο κρεβάτι και είπε στη θυρωρό: «Φέρε τον εδώ».

Όταν μπήκε ο αββάς Ιωάννης, κάθισε κοντά της και, κοιτώντας την στο πρόσωπο, της είπε: «Τι σε έκανε να απορρίψεις τον Ιησού, ώστε να φτάσεις σε αυτή την κατάσταση;» Αυτή, ακούγοντας τα λόγια του, πάγωσε· και ο γέροντας, σκύβοντας το κεφάλι, άρχισε να κλαίει πικρά. «Αββά, γιατί κλαις;» τον ρώτησε. Αυτός σήκωσε λίγο το κεφάλι του, και σκύβοντας πάλι είπε: «Βλέπω τον σατανά να χορεύει στο πρόσωπο σου, και πως να μην κλάψω;» «Υπάρχει μετάνοια, αββά;» ρώτησε η κόρη. «Ναι», της είπε ο γέροντας. Και εκείνη πρόσθεσε: «Πάρε με, όπου νομίζεις». «Πάμε», είπε ο γέροντας, και αυτή αμέσως σηκώθηκε να τον ακολουθήσει. Ο γέροντας παρατήρησε ότι δεν άφησε καμιά παραγγελία για το σπίτι της και θαύμασε.

Κοντεύοντας στην έρημο, τους πρόλαβε το βράδυ. Και ο γέροντας της ετοίμασε ένα μικρό προσκέφαλο, το σταύρωσε και της είπε να κοιμηθεί εκεί. Έκανε έπειτα και για τον εαυτό του πιο πέρα και αφού τελείωσε τις προσευχές του πλάγιασε και αυτός.

Τα μεσάνυχτα ξύπνησε και βλέπει κάτι σαν δρόμο από φως να ξεκινά από αυτήν και να καταλήγει στον ουρανό, και είδε τους αγγέλους του Θεού να ανεβάζουν την ψυχή της. Σηκώθηκε, πλησίασε και τη σκούντηξε με το πόδι. Όταν κατάλαβε ότι ήταν νεκρή, γονάτισε με το πρόσωπο στη γη και παρακαλούσε τον Θεό. Και άκουσε μια φωνή να του λέει ότι η μία ώρα της μετανοίας της έγινε δεκτή περισσότερο από τη μετάνοια πολλών άλλων, που διαρκεί πολύν καιρό αλλά δεν έχει θέρμη.



By Saint Amphilochios


A certain brother had succumbed to the sin of lust, repeating this sin every day, but every day he would also beseech the Lord’s mercy, with tears and prayers. By acting this way, his bad habit always fooled him and he would repeat the sin again; but again, after sinning, he would go to the Church and, upon seeing the holy and venerable icon of our Lord Jesus Christ, would fall to his knees and with bitter tears would say: “Spare me, Lord, and rid of me this tortuous temptation, because it plagues me terribly and harms me with its bitter pleasures. My face is not worthy to look upon Your holy icon, so that my heart might be consoled.”

That was the sort of thing he would say, but whenever he left the Church, he would again fall in the mire. Yet he never lost his hopes for salvation, and immediately after sinning, he would again return to the Church and say the same things, praying to the benevolent Lord God: “Lord, be my warrantor that from now on I won’t sin again; but please, Lord, forgive all of my sins, from the beginning, up to now.” And after making these grandiose promises, he would again return to the same, terrible sin. And one could discern the sweet benevolence and infinite goodness of the Lord, in tolerating and enduring this incorrigible and grave violation and the ingratitude of this man, and how, in His great compassion, the Lord desired the repentance of this man and his definitive return; because this sin was being repeated, not for one, two or three years, but for ten and more.

Brothers, can you see the immeasurable tolerance and infinite benevolence of the Lord? How He shows forbearance and kindness every time, by enduring our gross iniquities and sins? What is more staggering and provokes our wonder with regard to God’s wealth of compassion, is that although our brother kept promising and would agree to desist from that sin, he proved himself a liar.

One day, after our brother had fallen into that sin again, he went running to the Church, mourning and moaning and in tears, beseeching the compassion of the merciful God to spare him and save him from the mire of incontinence. While this brother was begging the benevolent God, the wicked devil, the destruction of our souls, realized that he had achieved nothing, because while he was sewing with sin, the man was fraying it with his repentance. So the devil impudently appeared before him visibly, and, turning his face towards the venerable icon of our Lord Jesus Christ, started to cry out, saying: “What ‘s it going to be with us two, Jesus Christ? Your infinite sympathy defeats me and degrades me, whenever you accept this lecher, this wanton, who lies to you every day and disregards your authority. Why then don’t you burn him? Why are You so forbearing and tolerant towards him? You are supposed to be the one who will judge the adulterous and the licentious and will eliminate all sinners. In fact, You are not a fair judge, because, wherever Your authority considers it befitting, You judge unfairly and You overlook things. With me, because of the small infraction of pride, you cast me down from heaven, whereas with him, who is a liar, a lecher and a prodigal, because he merely knelt before You, You imperturbably grant him Your favor. So, why do they call You a fair judge? From what I can see, You simply give Yourself to people out of Your great goodness, and You overlook justice.” As the devil was saying these, all choked up by his bitterness, flames and smoke came out of his nostrils.

After the devil had finished speaking, he became silent, and immediately, a voice was heard coming out of the altar saying: “You wicked and pestilent dragon, your wickedness wasn’t satiated by swallowing the whole world, and now you are trying to grab and swallow this man who found refuge in the infinite mercy of My compassion? Can you present any sins that are heavier than the precious blood which I shed for this man, on the Cross? Mark well, that My crucifixion and My death forgave his sins. Besides, you didn’t send him away when he headed towards sin, but you accepted him with joy and you neither abhorred him nor hindered him, because you hoped to win him. Well then, I, Who am so merciful and benevolent, who had instructed my high Apostle Peter to forgive any man who sins daily up to seventy times seven, will I not forgive and spare this man? Yes, I say to you, and because he sought refuge in Me, I will not turn away from him, until I have made him mine. Because I was crucified for the sinners and it was for them that I extended my immaculate arms, so that everyone who wants to be saved, will seek refuge in me and be saved. I do not avoid anyone, nor do I send anyone away, not even if someone sins a thousand times in one day and then comes to Me a thousand times; he won’t leave dismayed. Because I did not come to call the righteous to repent, but the sinners.”

As soon as these words were heard, the devil stood fixed in place, trembling, unable to escape. And the voice spoke again: “Listen, impostor, with regard to what you said about me being unfair : because I am fair to everyone, and in whichever condition I might find them, I will judge them accordingly. Look at this man, I found him in repentance and returning back, fallen on his knees in front of Me, and your conqueror. I will therefore accept him and save his soul, because he did not despair about his salvation. And you, when seeing the honor that I grant him, will impale yourself out of envy and be put to shame.

And just as the brother lay there, prone and weeping, he gave up his soul; instantly, a fury as great as a fire fell upon the devil, and it consumed him. Therefore my brothers let us learn from this incident of God’s immeasurable compassion and philanthropy, what a kind God we have, and that we must never despair or not tend to our salvation.

Then there was another man who, after repenting over his sins, retired in seclusion. It so happened, however, that he stumbled on a stone and wounded his leg and lost so much blood from the injury that he died of hemorrhaging. So, the demons came along, seeking to take his soul; but the angels said to them: “Take a look at the blood that he shed for the Lord.” And upon these words of the angels, the soul was released.

To a certain brother who had committed a sin, the devil appeared to him and said: “You’re not Christian”. The man replied “Regardless of who I am, at least I am better than you”. Satan then said: “I’m telling you, you will be going to hell”. To which, the brother replied: “You are neither my judge, nor my God”. Thus, Satan went away empty handed, while the brother showed sincere repentance before God and became worthy.

A brother who was overcome by grief asked a Geron (Elder): “What should I do? My thoughts are telling me that I wrongly rejected the world and that I won’t be saved.” The Elder replied: “Even if we never manage to enter the Promised Land, it is to our advantage to leave our bones in the desert, rather than to return to Egypt”.

Another brother asked the same Elder: “Father, what does the prophet mean when he says ‘There is no salvation for him, by his God’? and the Elder said: “He is referring to the thoughts of desperation that are sown by demons in the mind of the man who has sinned, telling him: ‘There is no longer any salvation for you from God’, in their attempt to tumble him into a state of desperation. One must contradict these thoughts, by saying. “The Lord is my refuge, and He shall free my feet from the trap’”.

One of the fathers narrated that outside Salonica there was a hermitage for nuns. One of the nuns, having being prompted by the common enemy, departed from the monastery and fell into prostitution, and remained in this vice for quite some time. Eventually, however, with the help of merciful God, she repented and returned to the monastery. And, upon reaching its gateway, she fell down, dead.

Her death was revealed to a saint, who saw the holy angels that came to take her soul, and the demons that followed behind them. In the dialogue that took place between them, the holy angels said that she had come back repented. The demons however argued that: “She had been subjugated by us for a long time, therefore she is rightfullly ours. Besides, she didn’t even manage to enter the monastery, so how can you say that she had repented?” And the angels said: “From the moment God saw that her intention was bent towards this goal, He accepted her repentance; Repentance itself was of course within her power, because of the goal that she was set on, however, her life was within the power of the Lord of the universe.” With these words, the demons were put to shame and they departed. And the one who saw this revelation, is the one who is narrating it to those present.

Abba Alonios said that, if a man wants, he can reach divine standards by the end of one day.

A brother asked Abba Moses: “If someone beats his slave because of a mistake that he made, what will the slave say?”. The elder replied. “If he is a good slave, he will say ‘Spare me, for I was wrong’”. “Nothing else?” asked the brother. “Nothing else”, replied the elder, “because from the moment he acknowledges his error and admits he is wrong, his master will immediately show mercy”.

A brother said to Abba Poemen: “If I commit a lamentable mistake, my thoughts devour me and accuse me of my fall”. The elder said: “If, at the time the person makes the mistake, he says “I have sinned”, the thought immediately ceases”.

There was a young girl with the name Taesia, whose parents had died and she had remained an orphan. From that moment, she turned her house into a hostel for the Fathers of the Scete and for a long time she received them and offered them her hospitality. But when she had spent everything that she had, she began to feel the hardship. Then, certain perverted people approached her and lured her away from the straight path. And she began to live in sin, to the point that she ended up in prostitution.

When the fathers learnt of this, they were saddened very much, so they called Abba John Kolovos and said to him: “We have heard about our sister that she lives in sin. She, whenever she could, had shown love to us. Now it’s time for us to help her. So, you should take the trouble and go to her, and with the wisdom that God gave you, tend to correcting her.”

So the father went to her, and said to the old woman guarding the door: “Tell your mistress that I have come”. She drove him away, saying: “A long time ago, you devoured all of her fortune, and now she is poor.” The elder insisted: “Tell her, and she will see much good from me”. So the old woman went inside the house and reported to the young lady about the elder. On hearing this, she thought to herself: “These monks always travel around the Red Sea and they find pearls”. So she preened herself, sat on the bed and instructed the old woman: “Bring him here”.

When Abba John entered, he sat near her, and looking into her face, said to her: “What made you reject Jesus, so that you would end up in such a condition?” On hearing his words, she froze; and the elder bowed down his head and started to cry, full of bitterness. “Abba, why are you crying?” she asked him. He lifted up his head, but again turned it away, saying: “I can see Satan dancing in your countenance; how can I not cry?” “Is there repentance, Abba?” the girl asked. “Yes”, the elder replied. And she added: “Take me, wherever you think is best”. “Let’s go”, said the elder, and instantly she rose up and followed him. The elder noticed that she didn’t leave any instructions about her house and he wondered at this.

When approaching the desert, night fell. And the elder prepared for her a small pillow; he blessed it and told her to sleep there. Then he made one for himself a little further off, and after finishing his prayers, he also lay down to sleep.

At midnight he woke up and saw something like a path of light, which led off from the girl and ended in the sky, and he saw angels of God carrying up her soul. He rose up, approached her and nudged her with his leg. When he realized that she had passed away, he kneeled, with his face to the ground, and prayed to God. And he heard a voice saying to him that her one hour of repentance was more welcome than the repentance of many other people, whose repentance may last longer, but is lacking in fervor.